Πως οι μαυραγορίτες της κατοχής άρπαξαν 350.000 σπίτια! Δημήτρης Σταυρόπουλος



 Δημήτρης  Σταυρόπουλος

Η γερμανοϊταλική κατοχή ήταν εξαιρετικά καταπιεστική, αρπακτική και βίαιη, όχι μόνο λόγω του φασιστικού χαρακτήρα του καθεστώτος των χωρών αυτών, αλλά και επειδή ο πόλεμος συνεχιζόταν τόσο στη Β. Αφρική όσο και κυρίως στην αχανή Ρωσία.

Χρειαζόταν συνεπώς ο Άξονας οικονομικούς πόρους σε χρήμα, πρώτες ύλες και μεταφορικά μέσα, προκειμένου να συνεχίσει τις κατακτητικές του διαθέσεις σε άλλα μέτωπα.

Από την άλλη πλευρά, τόσο η προπολεμική οικονομική κατάσταση της Ελλάδας όσο και οι καταστροφές του εξάμηνου πολέμου δημιουργούσαν εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες για την επιβίωση των Ελλήνων.

Η δυσκολία ανεφοδιασμού των πόλεων σε τρόφιμα, ιδίως στην τραγική περίοδο του χειμώνα 1941-1942, δεν οφείλεται μόνο στην έλλειψη μεταφορικών μέσων και καυσίμων, ούτε στην κακή κατάσταση του συγκοινωνιακού δικτύου, ούτε μόνο στην ανεπάρκεια της εγχώριας αγροτικής παραγωγής, δεδομένου βεβαίως του αποκλεισμού από τους Συμμάχους.

Ένα μεγάλο μέρος των δυσκολιών στον ανεφοδιασμό των πόλεων και κυρίως της Αθήνας με τρόφιμα οφείλεται στους μηχανισμούς που πολύ γρήγορα αναπτύχθηκαν στην κατοχική περίοδο.

Ο ΥΠΟΣΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ… ΑΡΠΑΚΤΙΚΑ!

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1941 άρχισαν να φαίνονται καθαρά οι συνέπειες του υποσιτισμού και τον Νοέμβριο άρχισαν οι πρώτοι θάνατοι από την πείνα.

Υπάρχουν διαφορετικοί υπολογισμοί για τους θανάτους από την πείνα, όμως ο ακριβής αριθμός δεν έχει τόση σημασία.

Σύμφωνα με πολύ μετριοπαθείς εκτιμήσεις, μόνο τον Μάρτιο του 1942, οπότε κορυφώθηκε η πείνα, πέθαναν 4.500 άτομα περισσότερα από τον αντίστοιχο μήνα του 1940 (σε ειρηνική περίοδο).

Οι πλέον προχωρημένες εκτιμήσεις αναφέρουν περίπου χίλιους θανάτους την ημέρα στην περιοχή της Αθήνας και του Πειραιά την περίοδο εκείνη, πράγμα που σημαίνει ότι ο συνολικός αριθμός ξεπερνά τις 300.000.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Επιτροπής Σμπαρούνη σχετικά με τις επισιτιστικές ανάγκες της Ελλάδας, στην οποία συμμετείχαν εκτός από τον Α. Σμπαρούνη ως πρόεδρο και οι Ζολώτας, Αγγελόπουλος, Ευελπίδης κ.ά., η κρατική προσπάθεια μέσω του «Δελτίου Τροφίμων» την περίοδο Ιουλίου 1941 – Μαρτίου 1942 δεν εξασφάλισε στον πληθυσμό της Αθήνας ούτε το 30% του ελάχιστου ορίου θερμίδων για την επιβίωση ενός ανθρώπου.



Οι υπόλοιπες ανάγκες έπρεπε να καλυφθούν από άλλες πηγές, οι οποίες δεν μπορούσαν να είναι παρά η μαύρη αγορά, η άμεση προμήθεια από συγγενείς στο χωριό και σε ορισμένες περιπτώσεις η κλοπή των τροφίμων είτε από τους εμπόρους-«μαυραγορίτες» είτε από τις δυνάμεις κατοχής από τους περίφημους «σαλταδόρους» κτλ.

Τους πρώτους μήνες της πείνας ένας μεγάλος αριθμός κατοίκων των αστικών κέντρων και κυρίως της Αθήνας μετακινούνταν προς τις αγροτικές περιοχές για αναζήτηση τροφίμων, συχνά με ζώα και ακόμη και με τα πόδια.

Σε όλες αυτές τις διαδρομές των «καραβανιών» όπως ήταν επόμενο αναπτύχθηκαν ληστοσυμμορίες που επωφελούνταν από την ουσιαστική απουσία αστυνόμευσης στην περίοδο της Κατοχής, παρά τις σπασμωδικές προσπάθειες καταστολής από το κατοχικό καθεστώς.

Τότε ξεκίνησε να λειτουργεί η Μαύρη Αγορά.

Ένα σύστημα διακίνησης προϊόντων και αγαθών, μη ελεγχόμενο από το Κράτος, στηριγμένο στο νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, που εξασφάλιζε όμως τη λειτουργία του με υπόγειες, σκοτεινές διαδρομές και μεθόδους και γίνονταν όχι με το επίσημο νόμισμα, αλλά με ανταλλαγές ειδών.

Τα μαγαζιά λιανεμπορίου, με άδεια τα ράφια, άρχισαν να κλείνουν μαζικά.

Τα προϊόντα διακινούνταν χέρι με χέρι, «κρυφά», σε καφενεία, κουρεία, φαρμακεία, δικηγορικά γραφεία, συμβολαιογραφεία ή σε διάφορα σημεία των μεγάλων πόλεων.

Σταδιακά η μαύρη αγορά από μια απεγνωσμένη, αγωνιώδη προσπάθεια του κόσμου να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη αγαθά μετατράπηκε σε ένα πλήρως οργανωμένο και ελεγχόμενο (από λίγους χονδρέμπορους, βιομήχανους, κλπ) σύστημα διακίνησης προϊόντων που έφερε τεράστιες αλλαγές στην κοινωνική και οικονομική δομή της Ελλάδας.

Στην πρώτη φάση (Καλοκαίρι 1941-Φθινόπωρο 1941) χιλιάδες πολίτες συμμετείχαν στην μαύρη αγορά. Κάθε μέρα πλήθη κόσμου ξεχύνονταν σε φανερά και «κρυφά» στέκια όπου πωλούνταν είδη πρώτης ανάγκης.



Τα στέκια αυτά έδιναν την εικόνα του πανηγυριού.

Όλοι πουλούσαν και αγόραζαν τα πάντα σε όλους.

Με καταπληκτική ταχύτητα προϊόντα και είδη ανταλλαγής άλλαζαν χέρια. Όλοι έψαχναν την ευκαιρία που θα εξασφάλιζε στους ίδιους και στα παιδιά τους το φαγητό της ημέρας. Καθώς τα χρήματα δεν είχαν αξία οι ανταλλαγές γίνονταν σε είδος.

Πρώτα πουλήθηκαν τα χρυσαφικά και τα κοσμήματα, ύστερα πολύτιμα και ακριβά αντικείμενα (έπιπλα, ραπτομηχανές, πίνακες ζωγραφικής, φωνόγραφοι, ασημικά κλπ).

Τέλος ξεπουλιούνταν τα υφάσματα, οι προίκες των κοριτσιών, ακόμα και τα ρούχα που φορούσαν.

Στην Αθήνα και στις μεγάλες πόλεις άνθρωποι με καρότσια φορτωμένα με αντικείμενα και ρούχα ταξίδευαν προς τα γειτονικά χωριά για να τα ανταλλάξουν με λίγο λάδι, όσπρια, σταφίδες και αλεύρι.

Ολόκληρη την περίοδο της Κατοχής προέκυψε μια μεταφορά πλούτου από το σύνολο σχεδόν του αστικού πληθυσμού προς τους «επιτήδειους εμπόρους»-«μαυραγορίτες», οι οποίοι συσσώρευσαν τεράστιες περιουσίες και σταδιακά ανέτρεψαν την οικονομική και κοινωνική ιεραρχία στη διάρκεια της Κατοχής και κυρίως μετά την απελευθέρωση.


ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΛΠΟ

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, στην περίοδο της Κατοχής άλλαξαν χέρια τεράστιες περιουσίες, από κινητά αντικείμενα αξίας (κοσμήματα, χρυσαφικά, αντικείμενα τέχνης κ.ά.) ως και ακίνητα (κατοικίες, διαμερίσματα, οικόπεδα).

Υπάρχουν σχετικές πληροφορίες ότι πουλήθηκαν ακίνητα την περίοδο εκείνη στο 15%-25% της πραγματικής τους αξίας.

Όσο περνούσε ο καιρός οργανωνόταν η «μαύρη αγορά», όπου σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής «μια οκά φασόλια» επισήμως τιμάται 35 δρχ. αντί 300 δρχ. στη «μαύρη αγορά» και το «ελαιόλαδον… 40-50 δρχ. αντί 400 την οκάν» («Πρωία», 10.9.1941).

Στην μελέτη του Παναγιώτη Σάμιου παρατίθενται αναλυτικά στοιχεία για τις πήγες πλουτισμού των οικονομικών δωσίλογων και πλήρη στοιχεία για τις αγοραπωλησίες ακινήτων που έγιναν κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Με πίνακες αποκαλύπτεται το μέγεθος και η έκταση της υφαρπαγής περιουσιών την περίοδο αυτή. Περίπου 350.000 ακίνητα, κόποι μιας ζωής, άλλαξαν χεριά κάτω από συνθήκες εξαθλίωσης, πείνας, λιμού και εκβιασμών κυριολεκτικά για ένα κομμάτι ψωμί, λίγα δράμια λάδι και μερικές χούφτες σταφίδες.

Ας πούμε ότι ένα ακίνητο έχει προπολεμική αξία 500.000 δραχμές ή 500 λίρες (1 λίρα=1.000 δρχ.) Λόγω πληθωρισμού στην Κατοχή το ακίνητο αυτό θα είχε αξία 1.000.000 δραχμών ή 50 λιρών (1 λίρα=20.000 δρχ.). Αυτή ήταν, λοιπόν, η τιμή του προσυμφώνου.



Αρχικά κλεινόταν μία συμφωνία που προέβλεπε την αγορά του ακινήτου συνήθως στο 1/10 έως και 1/20 της προπολεμικής αξίας του. Αλλά ο αγοραστής με διάφορα προσχήματα (φόρτο εργασίας, προβλήματα στους τίτλους κ.ά.) καθυστερούσε την υπογραφή του συμβολαίου.

Ύστερα από κανέναν μήνα εσκεμμένης κωλυσιεργίας, οπότε η δραχμή έχανε ισχύ και η λίρα κέρδιζε, τα χρήματα που έπαιρνε στο χέρι του ο πωλητής είχαν χάσει ακόμη περισσότερο την αξία τους.

Σε κάθε περίπτωση και βάσει του νομοθετικού διατάγματος, σύμφωνα με το οποίο κάθε ποσό συναλλαγής άνω των 30.000 δρχ. έπρεπε αναγκαστικά να κατατίθεται σε τράπεζα ή στο ταχυδρομικό ταμιευτήριο, ο πωλητής ήταν υποχρεωμένος να καταθέσει το αντίτιμο της πώλησης σε τραπεζικό κατάστημα και να «τραβάει» από τον λογαριασμό του κατά διαστήματα 30.000 δρχ.

Ώσπου να πάρει όλο το ποσό της πώλησης, η αξία του χρήματος είχε πέσει στα τάρταρα…

Έτσι, από τις 50 λίρες, που θεωρητικά θα έπρεπε να εισπράξει από την πώληση του ακινήτου του, έφτανε να εισπράττει 5!

Σύμφωνα, δε, με αυτό το ίδιο όργανο που συστήνουν οι πωλητές για να διεκδικήσουν κάποτε την επιστροφή των περιουσιών τους, η προπολεμική αξία των αστικών ακινήτων, που στον πόλεμο άλλαξαν χέρια αντί συνολικού ποσού 4.500.000 χρυσών λιρών, άγγιζε τα 63.000.000 λίρες, δηλαδή μεσούσης της ανάγκης για επιβίωση κοστολογήθηκαν στο 1/14 της πραγματικής τους αξίας!

Τα δε αγροτικά ακίνητα πουλήθηκαν στο 1/20 της αξίας τους (1.050.000 έναντι 21.000.000 χρυσών λιρών)! Ειδικότερα, σύμφωνα με το «Ειδικό Βιβλίο Απογραφής», 150.000 ακίνητα πουλήθηκαν έναντι 0,10 – 3 χρυσών λιρών, 100.000 έναντι 3-50 λιρών, 80.000 έναντι 50-200 λιρών και 20.000 έναντι 200-4.000 λιρών.

Σε συνθήκες πολέμου και πείνας κάποιοι έκαναν χρυσές δουλειές…

Από ένα σύνολο 60.000 αγοραστών, κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου, 40.000 αγόρασαν ένα ακίνητο, 10.000 δύο ακίνητα, 5.000 τρία, 3.000 από τέσσερα έως δέκα ακίνητα, 1.500 από ένδεκα έως είκοσι, 400 από 21 έως 50 ακίνητα και 100 από 51 και πάνω!

Από αυτήν την ιδιότυπη πυραμίδα αποθησαύρισης κέρδους πάνω στις ανάγκες επιβίωσης απελπισμένων ανθρώπων, προκύπτει ότι 5.000 Έλληνες βγήκαν από τον πόλεμο αισθητά πλουσιότεροι, έχοντας στην κατοχή τους από τέσσερα έως και 50 και πλέον ακίνητα!



ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΘΥΜΑΤΑ

Οι τραυματίες και οι άρρωστοι του στρατού που πολέμησε στην Αλβανία. Αφέθηκαν στην τύχη τους και πέθαναν στα νοσοκομεία που νοσηλεύονταν. Την ίδια τύχη είχαν και οι τρόφιμοι των σανατορίων, των ασύλων και των ψυχιατρείων.

Τμήματα του στρατού (με νησιωτική καταγωγή) που αποκόπηκαν κατά την υποχώρηση και εγκλωβίστηκαν στις πόλεις χωρίς να μπορούν να επιστρέψουν στα νησιά τους.

Οι πρόσφυγες από την Μ. Ασία που δεν είχαν προλάβει να συνέρθουν από τον ξεριζωμό, πλήρωσαν μεγάλο τίμημα.

Έμεναν σε πρόχειρα ανθυγιεινά παραπήγματα στις προσφυγογειτονιές.

Έκαναν δουλειές του ποδαριού ή δούλευαν στις βιομηχανίες και την οικοδομή.

Με την οικονομική κρίση έμειναν άνεργοι χωρίς εισόδημα.

Επιπλέον δεν είχαν διασυνδέσεις συγγενείς και χωριά στην ύπαιθρο για να ζητήσουν καταφύγιο και να σωθούν.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι μισθοσυντήρητοι, οι εργάτες, οι τεχνίτες, και οι μικροκαταστηματάρχες υπέφεραν γιατί δεν είχαν άλλους πόρους εκτός από το μισθό και τις συναλλαγές που έκαναν με τις δραχμές οι οποίες δεν είχαν αξία.

Οι άνθρωποι αυτοί αφού ξεπούλησαν κάθε κινητό και ακίνητο περιουσιακό τους στοιχείο άρχισαν να πεθαίνουν κατά εκατοντάδες.

Ένα μεγάλο τμήμα της προπολεμικής αστικής τάξης που δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στις συνθήκες της κατοχής αφού καταστράφηκε οικονομικά ξεπουλώντας τεράστιες περιουσίες, οδηγήθηκε στο θάνατο.

Μέσα όμως από αυτό το σκηνικό του θανάτου, μέσα από τις στάχτες του πολέμου και την καταπίεση της τριπλής κατοχής, μέσα από τα βογκητά των ανθρώπων που ψυχορραγούσαν στα πεζοδρόμια ξεπήδησαν οι «νεόπλουτοι».

Αυτή η νέα τάξη πλουσίων, αδίστακτη και χωρίς ενδοιασμούς συγκέντρωσε στα χέρια της τεράστιο πλούτο και δύναμη.

Την ώρα που άνθρωποι πέθαιναν στους δρόμους αυτοί κατασπαταλούσαν επιδεικτικά τεράστια ποσά σε θεάματα, ακροάματα και είδη πολυτελείας.

Το μίσος φούντωνε στις ψυχές των ανθρώπων.

Ακόμα και σήμερα η λέξη μαυραγορίτης έχει αρνητική σημασία και χρησιμοποιείται ως βρισιά.

Τραγικά παραδείγματα δύο ποιητές από πλούσιες, γνωστές οικογένειες των Αθηνών.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και ο Μήτσος Παπανικολάου.

Ο Λαπαθιώτης, γιος στρατηγού-υπουργού, στην κατοχή τα ξεπούλησε όλα.

Ακόμα και τα βιβλία του.

Τριγυρνούσε πρησμένος και ρακένδυτος.

Αυτοκτόνησε στο σπίτι του στα Εξάρχεια το 1944, μη αντέχοντας άλλο την πείνα και την εξάρτησή του από τα ναρκωτικά.

Ο Παπανικολάου από ευκατάστατη οικογένεια και πολλά υποσχόμενος δημοσιογράφος και ποιητής, εξαρτημένος όμως από τα ναρκωτικά. Στην Κατοχή αφού ξεπούλησε τα πάντα, πρήστηκε και οι φίλοι του τον μετέφεραν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο. Εκεί πέθανε το 1943.

Πληροφορίες

to-paliatzidiko.blogspot.com

ethniki-antistasi-dse.gr

Militaire News

Ακολουθήστε το newsplanet09.gr στο Google News και στο instagram για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.


Δεν υπάρχουν σχόλια

Εικόνες θέματος από enot-poloskun. Από το Blogger.