20 Απριλίου 1941.Το Πάσχα που δεν γιορτάστηκε -η εισβολή των Γερμανών στην Αθήνα




ΣΕΦΕΡΗΣ, ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ, ΓΡΑΦΟΥΝ ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΕΣ ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΔΡΑΜΑΤΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΡΙΝ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ


Ο Απρίλιος εκείνης της χρονιάς ξεκινά με τον χειρότερο δυνατό τρόπο για τον Ελληνισμό.

Η ολομέτωπη γερμανική επίθεση της 6ης Απριλίου 1941, βρίσκει τον εξαντλημένο από τις πολύμηνες μάχες Ελληνικό Στρατό να κατανοεί ότι αυτή τη φορά ο ηρωισμός δεν αρκεί έναντι ενός πολλαπλάσιου και άρτια εξοπλισμένου αντιπάλου.

Η χώρα, με τη συντριβή της εαρινής επίθεσης, βγαίνει νικήτρια του Ελληνοϊταλικού πολέμου και απορρίπτοντας το γερμανικό τελεσίγραφο έχει ήδη κάνει το χρέος της απέναντι στη Ιστορία.

Εκείνο τον Απρίλιο του λοιπόν, τίποτα δεν θύμιζε στην Αθήνα και σε ολόκληρη την Ελλάδα, τις γιορτινές μέρες του Πάσχα!

Το ξημέρωμα της Μεγάλης Δευτέρας (14 Απριλίου), βρίσκει την χωρα ακρωτηριασμένη σε Μακεδονία και Θράκη, τη Θεσσαλονίκη να έχει πέσει λίγες ημέρες πριν και τον Ελληνισμό να βιώνει, όπως ποτέ άλλοτε στη νεότερη Ιστορία του, τα πάθη της Μεγάλης Εβδομάδας.

Την πανηγυρική ατμόσφαιρα του Αλβανικού έπους διαδέχεται κατήφεια και ανασφάλεια για το μέλλον, ενώ στις γεμάτες εκκλησίες κυριαρχεί βαθιά συγκίνηση.

Η ελάχιστη ενημέρωση για την εξέλιξη των συγκρούσεων δίνει τη θέση της στην ανεξέλεγκτη αρνητική φημολογία, επιβαρύνοντας το ήδη άσχημο κλίμα, ενώ τη βουβή προσμονή του αναπόφευκτου, που επικρατεί σε όλη τη χώρα, ολοκληρώνει η ουσιαστική έλλειψη πολιτικής ηγεσίας.

Ο τότε ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών Γεώργιος Σεφέρης μεταφέρει στο ημερολόγιό του την επικρατούσα ατμόσφαιρα στην καταρρέουσα ελληνική κυβέρνηση: «Μεγάλη Τετάρτη 16 Απριλίου.

Στην κυβέρνηση νεύρα…

Κανένας ψύχραιμος άνθρωπος.

Δεν ξέρουν καλά καλά γιατί φεύγουν και τι θα κάνουν εκεί που θα πάνε.

Δεν υπάρχει κανένα σχέδιο, καμιά προετοιμασία.

Ο αγέρας της Κρήτης είναι γι’ αυτούς βραχνάς.

Ο υπουργός λογαριάζει πώς θα κουβαλήσει τις δεκαπέντε τόσες κασέλες του, υπηρέτριες και τα ρέστα.

Για την υπηρεσία δεν φροντίζει κανείς…».

Το ίδιο βαρύ κλίμα και στις γραμμές του Μετώπου.

Οι νικητές αποχωρούν θριαμβευτές των μαχών αλλά νικημένοι από αυτούς με τους οποίους δεν συγκρούστηκαν.

Η Μεγάλη Εβδομάδα της υποχώρησης οδηγεί σε φαινόμενα απειθαρχίας στον στρατό και για να αποφευχθούν φαινόμενα πλήρους διάλυσης, κάποιοι τιμωρούνται ακόμα και με εκτέλεση.

«Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΦΤΕΡΟΥΓΙΖΕΙ»

Το ίδιο κλίμα κατήφειας υπάρχει στους πολίτες και τίποτα δεν θυμίζει τον παλλαϊκό ενθουσιασμό του Ελληνοϊταλικού πολέμου.

Ο Αλέκος Σακελλάριος καταγράφει, με πρωτοσέλιδο κείμενό του, τη θρησκευτικά και εθνικά πένθιμη εκείνη Μεγάλη Εβδομάδα:

«Πόσο άλλαξαν τα πράγματα φέτος…

Αντί ν’ ακούμε τη γλυκιά μελωδία της καμπάνας, ακούμε το απαίσιο κλάμα της σειρήνας που ουρλιάζει απεγνωσμένα στις ταράτσες των αθηναϊκών σπιτιών για να μας ειδοποιήση ότι ο θάνατος φτερουγίζει πάνω από τα κεφάλια μας.

Οι πιστοί περιμένουν πάλι στη σειρά.

Όχι όμως για να μπουν στην εκκλησία, αλλά στο καταφύγιο.

Τα κορίτσια της αθηναϊκής γειτονιάς δεν είναι στους κήπους.

Είναι στα νοσοκομεία σκυμμένα στοργικά πάνω από του πόνου τα λευκά κρεβάτια. Στα χέρια τους δεν κρατάνε πια βιολέτες. Γάζες κρατάνε και μπαμπάκια, ποτισμένα στο άδικο αίμα της ηρωικής ελληνικής νεότητος.

Και στις γειτονιές δεν ακούγεται πια από παιδιάστικες φωνές η τετράφωνος μελαγχολία του Επιτάφιου θρήνου.

Το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής, μετά από επεισοδιακό Υπουργικό Συμβούλιο, αυτοκτονεί ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής, μη αντέχοντας την τραγικότητα των στιγμών.

Οι εφημερίδες την ημέρα του τραγικού αυτού Πάσχα της 20ής Απριλίου 1941 επιχειρούν, χωρίς αποτέλεσμα, να τονίσουν το πανηγυρικό κλίμα της ημέρας.

Η συνεχιζόμενη οπισθοχώρηση του Ελληνικού Στρατού προετοιμάζει τους πάντες για την κατάληψη της Αθήνας και η φρικτή αυτή βεβαιότητα παρουσιάζεται ανάγλυφα στο πασχαλινό πρωτοσέλιδο άρθρο της εφημερίδας «Ασύρματος», με τίτλο «Και όμως θα εορτάσωμεν», που υπογράφει ο δημοσιογράφος-λογοτέχνης Αλέκος Λιδωρίκης:

«Μια γραμμή αίματος μας χωρίζει εφέτος από το Πάσχα της χαράς.

Η οικογένεια σήμερον, δεν θα πανηγυρίση όπως άλλοτε γύρω από το λευκόν και καλοστολισμένον τραπέζι του σπιτιού, την εορτήν της Αναστάσεως.

Ο αμνός του Πάσχα είναι σπάνιος, τα αυγά τα κόκκινα είναι λιγοστά, δεν διακοσμούνται οι λαμπάδες από γιρλάντες χαρωπές, η ολονυχτία του Σαββάτου εις το γαλήνιον ύπαιθρον εφέτος δεν εψάλη.

Ο ασπασμός δεν αντηλλάγη, ούτε οι οφθαλμοί μας υγράνθησαν από το δάκρυ της χαράς, διότι επάνω εις την εξέδραν δεν επροχώρησαν ιερείς διά να ψάλουν με συγκίνησιν τον ύμνον του Θεανθρώπου, τον θρίαμβον της πίστεως, το τρισευλογημένον «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών»…

Ακολουθήστε το newplanet09.gr στο Google News και στο instagram για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.



Δεν υπάρχουν σχόλια

Εικόνες θέματος από enot-poloskun. Από το Blogger.