Χριστούγεννα τον καιρό του πολέμου και της Κατοχής-Μαρτυρίες




Δημήτρης  Ιωάννου

Τα Χριστούγεννα στην διάρκεια της κατοχής ήταν εντελώς διαφορετικά.

Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να επιβιώσουν με κάθε τρόπο, διατηρώντας το ηθικό τους μέσα σε συνθήκες πολύ δύσκολες.

Οι εμπειρίες των επιζώντων που κατέγραψαν τις μνήμες τους από εκείνη την εποχή ποικίλουν ανάλογα με τον τόπο όπου έζησαν και τον χαρακτήρα του καθενός.

Στην Αθήνα, όπως έγραφαν οι εφημερίδες:

«Το θερμόμετρον προχθές την νύκτα εδείκνυε 3 βαθμούς υπό το μηδέν, τας δε πρωινάς ώρας ήτο 1 υπό το μηδέν μόνον δε περί την μεσημβρίαν χθες εσημείωσεν άνοδον μερικών βαθμών. Η παγωνιά της νυκτός ήτο μοναδική, τουλάχιστον διά τον εφετεινόν χειμώνα…

Επίσης τα νερά των υδροσωλήνων επάγωσαν και αρκετά σπίτια έμειναν χωρίς νερό διά πολλάς ώρας.»

Η ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΑΤΣΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ

Από το βιβλίο – ημερολόγιο : «Φύλλα Κατοχής» της Ιωάννας Τσάτσου,  εκδόσεις Εστίας, διαβάζουμε.

«21 Δεκέμβρη 1941

Παραμονές Χριστουγέννων. Αποφασίσαμε να ξεγελάσομε τη στέρηση και την πίκρα και να ετοιμάσωμε χριστουγεννιάτικο δέντρο για τα παιδάκια της Πλάκας.

Δυο δωμάτια του σπιτιού έχουν γίνει σωστό εργαστήρι.

Η Δέσποινα και η Ντόρα, μαζί με μερικές συμμαθήτριες των, βάφουν, ράβουν, συγκολλούν, ανανεώνουν όλα τα παιχνίδια τους.

Και τα δικά τους και όσα έχουν φέρει οι φίλες τους.

Τους έδωσα όλα τα αποκόμματα υφασμάτων που είχα, για να τα κάνουν κουβέρτες. στρωματάκια και φουστάνια κούκλων.

25 Δεκέμβρη 1941

Όλα είναι έτοιμα.

Κάτω από το δέντρο ο μικρός Χριστούλης μέσα στη φάτνη του φάνταζε αληθινός.

Στην τραπεζαρία, το μεγάλο τραπέζι ανοιγμένο, είναι φορτωμένο από παιχνίδια.

Η κυρία Δρακούλη μας έστειλε μια πιατέλα κουραμπιέδες.

Η κυρία Χαρίτου μια πίττα και η Ελ. Ποταμιάνου μελομακάρονα.

Το σπίτι γεμίζει από ευτυχισμένα παιδάκια.

Τρώνε γλυκά και χαζεύουν τα παιχνίδια.

Η Δέσποινα και ή Ντόρα και οι φίλες τους, με το παιδικό τους ένστικτο, καταλαβαίνουν αμέσως τις επιθυμίες τους και προσπαθούν να   τα   ευχαριστήσουν.»

Σε τέτοιες συνθήκες, ο Γιώργος Παππάς, ένας Κωνσταντινουπολίτης δημοσιογράφος, σημείωσε στις 26 Δεκεμβρίου 1944:

«Από την παραμονή των Χριστουγέννων έπιασε μια τρομερή παγωνιά, κάψαμε ότι ξύλα είχαμε, σπάσαμε και δύο πόρτες για να θρέψουμε το αχόρταγο τζάκι και γιορτάσαμε την γέννηση του Χριστού παίζοντας τις δυο αυτές μέρες χαρτιά ως το πρωί.

Όπως είχαμε λεπτά, φούσκωσε το παιχνίδι.

Κερδισμένος βγήκε ο Λόντος που έφυγε σήμερα το πρωί συναποκομίζοντας καμιά τετρακοσαριά λίρες.

Εγώ που κέρδιζα βγήκα χαμένος, πλήρωσα 50 στον Λόντο, 30 στον Λούη και με χρωστάει 430 ο Λουκάς που δεν πρόκειται να τις δω ποτέ.

Πάει και η μεγάλη διπλή πόρτα του σαλονιού, έγινε κάρβουνα.



ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΕ ΦΑΣΟΛΑΔΑ  ΚΑΙ ΚΟΥΚΙΑ

Ο Ηλίας Κολοκοτρώνης θυμάται.

«Κάποια  Χριστούγεννα της κατοχής πριν τις διακοπές (δεν θυμάμαι αν ήταν του 41 ή του 43) το συσσίτιο του σχολείου ήταν πιο πλούσιο.

Μας έδωσαν ένα σικλάκι φασολάδα στον κάθε μαθητή (δυο μερίδες ) και το σπουδαιότερο, περίπου μισή οκά (640 γραμμάρια) σύκα ζαχαρένια σαν αυτά που πουλούν τα καταστήματα ξηρών καρπών.

Όμως, στη διαδρομή μου για το σπίτι μέσω της οδού Αγίων Αποστόλων λίγα μέτρα πριν την σημερινή κλινική του Αυγουστή, ένας εικοσάχρονος νέος πεινασμένος, μου τ` άρπαξε και εξαφανίστηκε στο στενό.

Δεν θα ξεχάσω την πίκρα και τα κλάματά μου.

Γιατί εκτός από `μένα περίμεναν κι άλλοι τρεις στο σπίτι (γονείς και μικρή αδελφή), ν` απολαύσουν αυτό το ωραίο γλύκισμα…

Εκείνες τις μέρες ευτυχώς, είχαμε πουλήσει κάποια καλή κουβέρτα για δυο οκάδες κουκιά.

Δεν φαντάζεσθε τι συμβούλια επί συμβουλίων έγιναν για το πως να τα απολαύσουμε.

Ένα μέλος της οικογένειας έλεγε να τα βράζουμε λίγα-λίγα για να περάσουμε μια εβδομάδα τρώγοντας όποτε πεινούμε ένα πιάτο με πολύ ζουμί. άλλο, να τα φάμε μονομερίς τα μισά τα Χριστούγεννα και τα μισά το Πάσχα.

Γιατί ποιος ξέρει αν ξαναβρίσκαμε άλλο τέτοιο κελεπούρι.

Τελικά επικράτησε η δεύτερη γνώμη και κάναμε Χριστούγεννα και Πάσχα με κουκιά και μπόλικο λάδι.

Διότι κάναμε το παν να μη στερηθούμε το ευλογημένο λαδάκι. Χωρίς αυτό, (όσοι το στερήθηκαν) πρηζόταν και πέθαιναν με αργό θάνατο.

Ενώ έχοντας το λαδάκι με χόρτα ακόμα και με τσουκνίδες ξεγελούσαμε την πείνα μας.

Ήρθαν τα Χριστούγεννα.

Με συσκοτισμένα τα σπίτια (βάζοντας στα πορτοπαράθυρα μπλε χαρτί είτε σεντόνια, διαταγή του κατακτητή) περιμέναμε τα λίγα τολμηρά παιδιά, να μας πουν τα κάλαντα.

Το φιλοδώρημα που έπαιρναν μ` ευχαρίστηση απ` όσους είχαν, ήταν μια φούχτα τσίκουδα, λίγα κουντουρούδια ή το καλύτερο, λίγα ξερά σύκα.»

ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Στη Μακεδονία, που πάντα ο καιρός είναι πιο κρύος, μπορούσε να διαβάσει κανείς στις εφημερίδες της εποχής:

«Ενέσκηψε βαρύτατος χειμών και πίπτει άφθονος χιών από της μεσημβρίας της Κυριακής, το θερμόμετρον εδείκνυε 10 υπό το μηδέν», ενώ «εις την Κοζάνην και εις την Φλώριναν υπερέβη το μέτρον και το θερμόμετρο εσημείωσε 15 βαθμούς υπό το μηδέν!»

Ο Περικλής Σφυρίδης έζησε μια παγωμένη παραμονή Χριστουγέννων που σημαδεύτηκε από ένα τραγικό γεγονός, το οποίο ανασύνθεσε χρόνια αργότερα στο μυθιστόρημα «Ψυχή μπλε και κόκκινη».

«Με το που χτύπησαν οι σειρήνες το μεσημέρι εκείνο, τα χάσαμε η μάνα μου κι εγώ, που βρεθήκαμε στη Βενιζέλου, καρδιά της αγοράς στην Θεσσαλονίκης, και της πόλης, ν’ αγοράζουμε φτηνά δωράκια για το έθιμο – καλό μόνο ένα μάλλινο σάλι για τη γιαγιά.

Ο κόσμος άρχισε να τρέχει για να κρυφτεί.



“Τα γυναικόπαιδα στο καταφύγιο της Εμπορικής Ένωσης”, ακούσαμε κάποιους να φωνάζουν, ήταν οι ηλικιωμένοι της αεράμυνας. Δημιουργήθηκε ένα ανθρώπινο ρεύμα, ή μάλλον κύμα, που μας παρέσυρε προς το κατάστημα, το μέγαρο στη συμβολή των οδών Ερμού και Βενιζέλου, σ’ ένα μαγαζί νεωτερισμών –πουλούσε κυρίως υφάσματα– απ’ όπου, θυμάμαι, αγόραζε κι ο πατέρας μου με δόσεις. Μας έσπρωχναν από πίσω κι εμείς πιέζαμε τους μπροστινούς, στην είσοδο γινόταν μεγάλο στρίμωγμα, παραλίγο να μου κοπεί η αναπνοή, ίσως από τον πολύ κόσμο που μου στερούσε τον αέρα ή και από φόβο μη χάσω τη μάνα μου που με κρατούσε σφιχτά από το χέρι.

Μας οδήγησαν στο υπόγειο, ήταν μεγάλο και μου φάνηκε άνετο μετά το συνωστισμό της πόρτας, καθίσαμε πάνω σε κάτι σακιά με άμμο, ο ένας δίπλα στον άλλο, η μάνα μου πλάτη με μια χοντρή κυρία, εγώ είχα κουρνιάσει στην αγκαλιά της, εκείνη έπιασε αμέσως κουβέντα με τη χοντρή για να διώξει την αγωνία.

Το καταφύγιο είχε φώτα, βλέπαμε τους ανθρώπους της αεράμυνας με τα περιβραχιόνια που κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας δίνοντας κουράγιο και οδηγίες, όταν άρχισαν να σκάνε οι οβίδες και η γη να τρέμει λες κι ήταν πρόσκαιροι σεισμοί, που επαναλαμβάνονταν όμως ανελέητοι.

Όλοι σχεδόν σταυροκοπιούνταν, κάτι μωρά έκλαιγαν, κάποιοι σε μιαν άκρη τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο, μέχρι που ακούστηκε εκείνος ο εκκωφαντικός κρότος, θαρρείς βροντή που έσκασε μέσα στο υπόγειο, κι αμέσως κόπηκε το ηλεκτρικό και βυθίστηκαν τα πάντα στο σκοτάδι.

Η μάνα μ’ άρπαξε, μ’ έσφιξε στην αγκαλιά της.

“Μη φοβάσαι”, μου έλεγε, ενώ την ένιωθα να τρέμει, να παγώνει.

“Δείτε αν ανοίγει η πόρτα”, φώναξε κάποιος, “μη μας πλάκωσαν τα μπάζα και σκάσουμε σαν ποντίκια”. Ορισμένοι της αεράμυνας είχαν φακούς και τους άναψαν, προσπάθησαν ν’ ανοίξουν την πόρτα, αλλά είχε φρακάρει απ’ έξω, και τότε ήταν που όλοι παγώσαμε κι έπεσε μια βουβαμάρα καθολική, λίγο πριν ξεσπάσουν φωνές και υστερίες.

Με το που ήχησαν πάλι οι σειρήνες για τη λήξη του συναγερμού, ακούσαμε κασμάδες έξω απ’ την πόρτα κι ύστερα από λίγο, που εμένα όμως μου φάνηκε χρόνος ατέλειωτος, έπεσε η πόρτα και γέμισε το υπόγειο με ζωογόνο κρύο αέρα.

Μας έβαλαν στη σειρά, “Πειθαρχία” και “σιγά- σιγά” φώναζαν αυτοί της αεράμυνας, με τάξη βγήκαμε κι εμείς έξω, τα μάτια μου σκοτείνιασαν από το δυνατό φως, τον ήλιο, κι όταν συνήθισα να βλέπω, είδα τον δρόμο στρωμένο με παιχνίδια…»

ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΚΑΙ ΚΟΜΑΝΤΟ ΜΑΖΙ

Εντελώς διαφορετικό ήταν το κλίμα στην ελληνική επαρχία, όπου σε πολλές περιοχές, ειδικά ορεινές, ο πληθυσμός απολάμβανε πολύ περισσότερη ελευθερία και τα Χριστούγεννα εξακολουθούσαν να γιορτάζονται με τον ίδιο παραδοσιακό τρόπο.

Στο χωριό Γερακάρης του Ρεθύμνου οι κρητικοί αντάρτες μαζί με τους Άγγλους κομάντο (ανάμεσα τους ο Πάτρικ Λη Φέρμορ) γιόρτασαν την νίκη των συμμάχων στο Ελ Αλαμέιν το 1943 με τον καλύτερο τρόπο.

Ο Κώστας Χαροκόπος που έζησε κείνες τις στιγμές, γράφει:

«Στον Γερακάρη επικρατούσε η ίδια εορταστική ατμόσφαιρα όπως και κατά τις δύο προηγούμενες επισκέψεις μου την εποχή των κερασιών και του τρύγου των αμπελιών.

Τώρα όμως το κρύο ήταν τσουχτερό για χορούς και τραγούδια σε ανοιχτούς χώρους.

Έτσ το γλέντι γινόταν με περίπατο. Περπατούσαμε και πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι.

Τρώγαμε και πίναμε με τους οικοδεσπότες, που φαίνονταν τόσο ξέγνοιαστοι σαν να μην είχε πατήσει ποτέ πόδι Γερμανού στην Κρήτη. Παρόμοια ανεμελιά επικρατούσε και σε άλλα χωριά της κοιλάδας του Αμαρίου που επισκεφθήκαμε μετά τον Γερακάρη…»

Ο Μιχάλης Ακουμιανάκης, ένας άλλος Κρητικός αντάρτης που συμμετείχε μάλιστα στην παράτολμη απαγωγή του Γερμανού στρατηγού Χάιντριχ Κράιπε, αναφέρει την εμπειρία του από κάποια Χριστούγεννα στα Ανώγεια:

«Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα του 1943



Ο καιρός δεν ήταν άσχημος για μας. Δεν είχαμε πολλές βροχές αλλά ούτε και χιόνια που σε άλλες εποχές κατέβαιναν μέχρι τα Ανώγεια και ακόμη παρακάτω.

Ήταν συννεφιασμένη η μέρα τα Χριστούγεννα του 1943 αλλά όχι κρύο στο χωριό Ανώγεια.

Αρχίσαμε σύμφωνα με το έθιμο να επισκεπτόμεθα τα σπίτια των καπεταναίων του χωριού.

Ήταν συνήθεια η σπιτονοικοκυρά με τα παιδιά της να μας προσφέρουν ρακί και ξηρούς καρπούς με την είσοδο μας στο σπίτι.

Επακολούθησε ένα πλούσιο τραπέζι σε όλους τους επισκέπτες.

Μια μεγάλη λεκάνη πήλινη στο μέσον του τραπεζιού με αρκετή ποσότητα βραστού χοιρινού κρέατος και εξαιρετικό Ανωγειανό κρασί.

Τα σταφύλια της κατασκευής του κρασιού προήρχοντο από τις βορινές ρεματιές του χωριού.

Είχε την γεύση της σαμπάνιας και μπορώ να πω ποτέ δεν βρήκα αλλού στην Κρήτη, το ωραίο και γευστικό κρασί.

Άρχιζε στο τραπέζι το γέμισμα των ποτηριών που τα υψώναμε όλοι μαζί με τις ευχές χρόνια πολλά και προπαντός καλή και γρήγορη ελευθερία…

Το γλέντι μας τελείωσε αργά τη νύκτα. Έπρεπε να προτιμήσουμε όλες τις οικογένειες που μας προσκαλούσαν.

Η λύρα και το λαγούτο μας συνόδευαν παντού και συνόδευαν την παρέα με τα παλιά τραγούδια και τις μαντινάδες.

Μένει ζωηρά στη μνήμη η εορτή των Χριστουγέννων αυτή…»

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΟΛΕΜΟΥ

Στις πόλεις βέβαια το κλίμα ήταν εντελώς διαφορετικό, οι συνθήκες εξαιρετικά δύσκολες κι ο θάνατος αποτελούσε καθημερινό φαινόμενο.

Ο δεκαοχτάχρονος τότε Γιώργος Ιωάννου από την Θεσσαλονίκη, επηρεασμένος από την ατμόσφαιρα του πολέμου και της κατοχής, όπου κυριαρχούσε το θρησκευτικό και πατριωτικό πνεύμα, σημειώνει στο ημερολόγιο που κρατούσε:

«Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 1943

Συννεφιά.

Η ώρα 7½ το πρωί πήγα στο συσσίτιον. Κάλαντα.

Η ώρα 8½ ξεκινήσαμε.

Πήγαμε σε πολλά μέρη, μεταξύ των πολλών και στον Μητροπολίτη, στον Διεθνή Ερυθρό Σταυρόν, στο Πανεπιστήμιο κ.λπ.

Κάναμε άριστη εντύπωση.

Ένας Γερμανός αξιωματικός μας έβγαλε φωτογραφία, επίσης και ο υπαίθριος φωτογράφος.

Όπου ψάλαμε ενθουσιάζαμε το πλήθος που μας περιστοίχιζε.

Κάποιος από τον ενθουσιασμό του έδωσε εννέα εκατομμύρια δραχμές.

Ή ώρα 1μ.μ. γυρίσαμε στο συσσίτον όπου και φάγαμε –νερόβραστα φασόλια-κατόπι ξεκινήσαμε και πάλι και ψέλναμε συνεχώς μέχρι το βράδυ. Όταν τελειώσαμε είμασταν όλοι κατάκοποι, μας πονούσε ο λαιμός μας. Μέχρι την μεσημβρίαν είχαμε μαζέψει εξήντα εκατομμύρια δρχμ

Και μέχρι το εσπέρας περάσαμε τα 120 εκατομμύρια.

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 1943

Συννεφιά.

Χριστούγεννα.

Σαν σήμερα εδώ και 1943 χρόνια γεννήθηκε στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας ο Ιησούς Χριστός ο Σωτήρ του Κόσμου.

Το πρωί πήγα στον Άγιον Αθανάσιον, ήταν ο πατήρ Λεωνίδας μετά της χορωδίας γι αυτό χιλιάδες κόσμου συνέρρευσαν εις τον ναό…

Το μεσημέρι φάγαμε στο συσσίτιο κρέας με μακαρονάδα.

Κάναμε και μια μικρή γιορτή.

Η ώρα 2 μμ πήγαμε στο Δημοτικό Νοσοκομείο και μοιράσαμε τρεις τεράστιες λαμαρίνες κέικ.

Μία άλλη ομάς την αυτήν ώραν ξεκίνησε για το Επταπύργιον.

Με τα τραγούδια μας κάναμε για λίγες στιγμές να ξεχάσουν τους πόνους και τα φαρμάκι της ζωής τους…

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 1943.

Συννεφιά.

Το πρωί πήγα στην Παναγία Χαλκέων και λειτουργήθηκα.

Το μεσημέρι φάγαμε μακαρόνια με ένα ουκ ευκαταφρόνητον κομμάτι κασέρι.

Και πάλιν η ώρα 2μμ πήγαμε στο γηροκομείον∙

ψάλαμε και μοιράσαμε κέικ .

Κατόπιν εν μέσω καταρρακτώδους βροχής, ξεκινήσαμε και πήγαμε στο Τμήμα Μεταγωγών στους φυλακισμένους.

Ψάλλαμε και τους ενθουσιάσαμε κυριολεκτικώς.

Είπαν και ποιήματα μερικοί.

Κυρίως ενθουσιάστηκαν με τα πατριωτικά θούρια.

Π.χ ένας μικρός με εξαιρετική φωνή, έλεγε μόνος:

« Μεριάστε να διαβή με (δόξα) τιμή το τάγμα των ευζώνων με τη γαλήνη». Και ύστερα αρχίζαμε όλοι μαζί (Τα ρόδα…).

Μερικοί άρχισαν να φωνάζουν ζήτω. Τους μοιράσαμε κέικ και φύγαμε. Ομολογώ ότι μέχρι σήμερα δεν πέρασα καλύτερα Χριστούγεννα…»

Πληροφορίες

stigmalogou.blogspot.com

Απόστολος Σπυράκης

vimaorthodoxias.gr


Militaire News


Ακολουθήστε το newplanet09.gr στο Google News και στο instagram για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Εικόνες θέματος από enot-poloskun. Από το Blogger.