ΣτΕ: Συνταγματικός ο γάμος των ομόφυλων ζευγαριών και το δικαίωμα στην υιοθεσία ανηλίκου
Σφραγίδα συνταγματικότητας τόσο στο γάμο των ομόφυλων ζευγαριών όσο και στη αναγνώριση του δικαιώματος του στην υιοθεσία ανηλίκου έβαλε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Οι ανώτατοι δικαστές κατά πλειοψηφία απέρριψαν την αίτηση ακυρώσεως, η οποία ασκήθηκε από δύο σωματεία και μία μη αστική κερδοσκοπική εταιρεία, κατά απόφασης της υπουργού Εσωτερικών, με αντικείμενο την προσαρμογή του τρόπου αποτύπωσης των στοιχείων των συζύγων και γονέων επί των ληξιαρχικών πράξεων γάμου και γέννησης, αντίστοιχα, σε συμφωνία προς τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Στο σκεπτικό τους κινήθηκαν με πυξίδα το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Και έκριναν ότι η αναγνώριση του δικαιώματος των ομόφυλων ζευγαριών να υιοθετούν «δεν προσβάλλει τη συνταγματική προστασία της παιδικής ηλικίας και του υπέρτατου/βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού», ενώ παράλληλα έκριναν ότι ο γάμος μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη απόφαση σε ο,τι αφορά το γάμο των ομόφυλων ζευγαριών που πρόσφατα είχε ξεσηκώσει και πολιτικές αντιδράσεις οι ανώτατοι δικαστές έκριναν ότι «δεν θίγονται οι κανόνες και παραδόσεις της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας σχετικά με την τέλεση γάμου και δημιουργία οικογένειας, η τήρηση των οποίων εξακολουθεί να επαφίεται στην ελεύθερη συμμόρφωση των πιστών Χριστιανών Ορθόδοξων πολιτών».
Υπό αυτό το πρίσμα η Ολομέλεια έκρινε ότι οι ρυθμίσεις του ν. 5089/2024 είναι συνταγματικές και μάλιστα είναι σε συμφωνία προς τις συνταγματικές αρχές του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της ισότητας ενώπιον του νόμου, καθώς επίσης προς τις αρχές της Ε.Σ.Δ.Α., άλλων διεθνών συμβάσεων και του ενωσιακού δικαίου και απηχούν την εξέλιξη, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, τόσο των κοινωνικοηθικών αντιλήψεων σχετικά με τις ομοερωτικές σχέσεις, όσο και της αντιμετώπισης, από την έννομη τάξη, των σχέσεων συμβίωσης και γονεϊκότητας ομοφύλων στην πλειοψηφία των προηγμένων δημοκρατικών χωρών της Ευρώπης και, γενικότερα, του δυτικού κόσμου, προς την κατεύθυνση της άρσης του κοινωνικού αποκλεισμού και της προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής χωρίς διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού.
Συγκεκριμένα σύμφωνα με την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου:
Το δικαίωμα υιοθεσίας παιδιών
Ειδικότερα, ως προς το δικαίωμα υιοθεσίας τέκνων από ομόφυλα ζευγάρια η Ολομέλεια του ΣτΕ με την υπ΄ αριθμ. 392/2026 απόφασή της (Πρόεδρος Μιχάλης Πικραμένος και εισηγήτρια η σύμβουλος Επικρατείας Αναστασία- Μαρία Παπαδημητρίου, κατά πλειοψηφία έκρινε:
«Η αναγνώριση, υπέρ των ομόφυλων έγγαμων ζευγαριών, δικαιώματος από κοινού υιοθεσίας ανηλίκου τέκνου και δικαιώματος υιοθεσίας του νόμιμου τέκνου, βιολογικού ή θετού, του ενός συζύγου από τον άλλο αποτελεί, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 5089/2024, αυτόθροη συνέπεια της αναγνώρισης, με το άρθρο 3 του ν. 5089/2024, δικαιώματος σύναψης γάμου μεταξύ προσώπων του αυτού φύλου. Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, η διαδικασία τέλεσης υιοθεσίας διέπεται από σύνολο εγγυήσεων που αποβλέπουν στη διακρίβωση και προστασία του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου παιδιού, με την πρόβλεψη (α) διεξαγωγής έρευνας από κατάλληλη κοινωνική υπηρεσία, σε δύο διακριτά στάδια [έλεγχος της κατ’ αρχήν καταλληλότητας και επανέλεγχος ενόψει της υποβολής αιτήματος για την τέλεση συγκεκριμένης υιοθεσίας] και (β) ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου. Με τα δεδομένα αυτά, η αναγνώριση δικαιώματος υιοθεσίας ανηλίκου από ομόφυλα έγγαμα ζευγάρια, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία, που είχαν ήδη θεσπιστεί και ισχύουν για την υιοθεσία από έγγαμα ετερόφυλα ζευγάρια, δεν προσβάλλει τη συνταγματική προστασία της παιδικής ηλικίας και του υπέρτατου/βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, το οποίο θεμιτώς αναζητείται και διακριβώνεται από τις αρμόδιες αρχές (κοινωνικές υπηρεσίες και, τελικώς, το αρμόδιο δικαστήριο) σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αιτήματος υιοθεσίας, χωρίς να αποκλείεται εκ των προτέρων λόγω φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού των υποψηφίων θετών γονέων. Διαδικαστικές εγγυήσεις προβλέπονται επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 5089/2024, και ως προς τις υιοθεσίες που έχουν ήδη τελεσθεί από ομόφυλα ζευγάρια στο εξωτερικό. Δεν απαιτείται εξάλλου, και δη κατά συνταγματική επιταγή, να μιμείται η υιοθεσία τη βιολογική σχέση του παιδιού με δύο ετερόφυλους γονείς, ώστε το υιοθετούμενο να ανατρέφεται από μητέρα και πατέρα, καθόσον μάλιστα είναι παλαιόθεν επιτρεπτή η υιοθεσία από ένα πρόσωπο, έγγαμο ή άγαμο, η δε υπό συνεχή εξέλιξη κοινωνική πραγματικότητα περιλαμβάνει διάφορα οικογενειακά σχήματα, εκτός της οικογένειας με δύο ετερόφυλους γονείς Με τα δεδομένα αυτά, δεν τίθεται ζήτημα δυσμενούς διάκρισης εις βάρος παιδιών που θα υιοθετηθούν από έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια – κατόπιν κρίσης του αρμοδίου δικαστηρίου ότι εξυπηρετείται το συμφέρον του ανηλίκου -, σε σχέση με τα ανατρεφόμενα από δύο ετερόφυλους γονείς και παραβίασης, εκ του λόγου αυτού, της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχής της προστασίας του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού».
Σύναψη πολιτικού γάμου από ομόφυλα ζευγάρια
Αναφορικά με το δικαίωμα σύναψης πολιτικού γάμου από ομόφυλα ζευγάρια, η Ολομέλεια του ΣτΕ, έκρινε:
Οι θεσμοί του γάμου και της οικογένειας δεν παραμένουν στατικοί και αναλλοίωτοι στη διαδρομή του χρόνου, αλλά υπόκεινται σε εξέλιξη και αναπροσδιορισμούς. Η συνταγματική κατοχύρωση αυτών δεν κωλύει, συνεπώς, τον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει τις κατά την κρίση του τροποποιήσεις των κανόνων που ρυθμίζουν την εν γένει λειτουργία τους, ο δε έλεγχος του ακυρωτικού δικαστή, ως έλεγχος ορίων, δεν εκτείνεται επί της ορθότητας των ουσιαστικών εκτιμήσεων των επιλογών του νομοθέτη, εφόσον, πάντως, ευρίσκονται εντός του πλαισίου, που θέτει το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τις λοιπές συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και αρχές και σύμφωνα με το πνεύμα των εξελισσόμενων κοινωνικών συνθηκών.
Με τις επίδικες ρυθμίσεις του ν. 5089/2024 διευρύνεται ο κύκλος των προσώπων που δύνανται, εφόσον το επιθυμούν, να δεσμευθούν δημοσίως ενώπιον της Πολιτείας σε ισόβια, κατ’ αρχήν, συμβίωση με αμοιβαία αφοσίωση και πίστη, κατά τους όρους του νόμου, ώστε να τύχουν της ειδικής αναγνώρισης και προστασίας που η έννομη τάξη επιφυλάσσει στους έγγαμους πολίτες και στον γάμο ως θεμελιώδη κοινωνικό θεσμό, χωρίς να τροποποιούνται, κατά τα λοιπά, οι κανόνες που διέπουν τη σύναψη, λειτουργία και λύση του γάμου ή να αναιρούνται τα ως άνω βασικά στοιχεία αυτού.
Με την επέκταση, σε πρόσωπα του ιδίου φύλου, του δικαιώματος σύναψης πολιτικού γάμου, ο οποίος, ως σύμβαση του αστικού δικαίου και αμιγώς πολιτειακός θεσμός, απευθύνεται σε όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και πεποιθήσεων, δεν περιορίζεται ή επηρεάζεται, με οποιονδήποτε τρόπο, το δικαίωμα προσώπων διαφορετικού φύλου να συνάπτουν γάμο, πολιτικό ή θρησκευτικό και να δημιουργούν οικογένεια με την παραδοσιακή έννοια του όρου, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους, ούτε θίγονται οι κανόνες και παραδόσεις της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας σχετικά με την τέλεση γάμου και δημιουργία οικογένειας, η τήρηση των οποίων εξακολουθεί να επαφίεται στην ελεύθερη συμμόρφωση των πιστών Χριστιανών Ορθόδοξων πολιτών. Εξάλλου, από την αναφορά του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος στην οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους δεν δύναται να συναχθεί ότι μόνον ο γάμος μεταξύ ετεροφύλων και η δι’ αυτού δημιουργούμενη, με την απόκτηση κοινών βιολογικών τέκνων, οικογένεια είναι νοητοί ως θεσμοί προστατευόμενοι από την Πολιτεία, δεδομένου ότι η τεκνοποιία δεν αποτελεί υποχρεωτικό σκοπό του γάμου, η δε απόκτηση και ανατροφή παιδιών λαμβάνει χώρα εν τοις πράγμασι στο πλαίσιο και άλλων σχημάτων, εκτός της ιδρυόμενης με γάμο μεταξύ ετεροφύλων, οικογένειας και η συνταγματική προστασία της οικογένειας, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας αφορούν σε όλες τις μορφές οικογενειακής ζωής, που απαντώνται στη σύγχρονη κοινωνία, σε κάθε μητέρα και κάθε ανήλικο παιδί.
Επομένως η επίδικη ρύθμιση του ν. 5089/2024 δεν αναιρεί τον συνταγματικό σκοπό του γάμου και της οικογένειας, ούτε αντιτίθεται εν γένει στο άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στο άρθρο 12 της Ε.Σ.Δ.Α., το οποίο, όπως έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ, ούτε επιβάλλει, ούτε απαγορεύει τη θεσμοθέτηση γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου. Περαιτέρω, η θέσπιση του συμφώνου συμβίωσης ομοφύλων ουδόλως εκώλυε τον νομοθέτη, στο πλαίσιο της ευρείας ευχέρειας που διαθέτει, να εισαγάγει την επίδικη ρύθμιση. Τέλος, η δεδομένη διαχρονική συμβολή της Ορθόδοξης Χριστιανικής διδασκαλίας στη διαμόρφωση των ηθικών αντιλήψεων του ελληνικού λαού δεν αναιρεί την εξέλιξη αυτών, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, υπό τη σύνθετη επίδραση περισσοτέρων παραγόντων, εν πάση δε περιπτώσει η συνεκτίμηση των κρατουσών στη Χώρα κοινωνικοηθικών αντιλήψεων, ενόψει της θέσπισης ρυθμίσεων που άπτονται ζητημάτων κοινωνικής ηθικής, ανήκει στην εξουσία του νομοθέτη, την κρίση του οποίου δεν δύναται να υποκαταστήσει ο ασκών εν προκειμένω έλεγχο ορίων ακυρωτικός δικαστής.
Το «δια ταύτα» της απόφασης του ΣτΕ
Συμπερασματικά, η Ολομέλεια του ΣτΕ, έκρινε ότι οι επίδικες ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στo Σύνταγμα. Τελούν μάλιστα σε συμφωνία προς τις συνταγματικές αρχές του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της ισότητας ενώπιον του νόμου, καθώς επίσης προς τις αρχές της Ε.Σ.Δ.Α., άλλων διεθνών συμβάσεων και του ενωσιακού δικαίου και απηχούν την εξέλιξη, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, τόσο των κοινωνικοηθικών αντιλήψεων σχετικά με τις ομοερωτικές σχέσεις, όσο και της αντιμετώπισης, από την έννομη τάξη, των σχέσεων συμβίωσης και γονεϊκότητας ομοφύλων στην πλειοψηφία των προηγμένων δημοκρατικών χωρών της Ευρώπης και, γενικότερα, του δυτικού κόσμου, προς την κατεύθυνση της άρσης του κοινωνικού αποκλεισμού και της προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής χωρίς διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού.
Η επιλογή δε αυτή του νομοθέτη, μη υπερβαίνουσα τα τιθέμενα από τις προαναφερθείσες υπέρτερης τυπικής ισχύος διατάξεις και αρχές όρια, δεν υπόκειται σε περαιτέρω έλεγχο από τον ακυρωτικό δικαστή».
Γνώμη της μειοψηφίας
Η μειοψηφία των 6 συμβούλων Επικρατείας εξέφρασε τις εξής απόψεις:
Οι διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 5089/2024, με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 1350 ΑΚ, κατά το μέρος που προβλέπει τη δυνατότητα συνάψεως «γάμου» μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου, λαμβανομένου υπόψη:
(α) ότι η κατά το Σύνταγμα έννοια του γάμου έχει στη χώρα μας δεδομένο ιστορικό, πολιτισμικό και νομικό περιεχόμενο [ως «γάμος» νοείται ο γάμος μεταξύ ετεροφύλων],
(β) ότι ήδη παρείχετο επαρκής, ισοδύναμη με τον γάμο – και σύμφωνη με τις επιταγές των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και των διατάξεων της Ε.Σ.Δ.Α. και του ΧΘΔΕΕ – προστασία των σταθερών συμβιώσεων ομοφύλων ζευγαριών μέσω του θεσπισθέντος συμφώνου συμβιώσεως, και, συνεπώς, δεν υφίστατο υποχρέωση εκ των ως άνω διεθνών κειμένων προς θέσπιση της επίδικης ρύθμισης και
(γ) ότι, ως εκ των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του, συναπτομένων προς ηθικές, φυσιολογικές και δημογραφικές παραμέτρους, ο κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος προστατευόμενος γάμος (μεταξύ ετεροφύλων) δεν τελεί υπό τις αυτές συνθήκες με τις ως άνω σταθερές και πραγματικές συμβιώσεις ομοφύλων, και, συνεπώς, ανακύπτει ζήτημα παραβιάσεως της αρχής της ισότητος εκ της ομοίας νομικής μεταχειρίσεως των δύο αυτών καταστάσεων, αντίκεινται προς το άρθρο 21 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, οι σχετικές με την υιοθεσία αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με γνώμονα αποκλειστικά το συμφέρον του παιδιού. Εν προκειμένω δεν προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη από τον νομοθέτη ειδικές και εμπεριστατωμένες μελέτες, εκτεινόμενες σε βάθος χρόνου, από τις οποίες να προκύπτει η μακροπρόθεσμη επίδραση στη διανοητική, ψυχολογική και κοινωνική ανάπτυξη και εξέλιξη των παιδιών, από τη διαβίωση σε οικογένεια ομοφύλων ατόμων και, κατά συνέπειαν, η ασφαλής ανάπτυξή τους στο πλαίσιο αυτό. Ως εκ τούτου, η κατά τα ανωτέρω συναγομένη από το άρθρο 12 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο του ν. 5089/2024 αναγνώριση της δυνατότητος υιοθεσίας και εν γένει αποκτήσεως κοινού τέκνου στο πλαίσιο των κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του επίδικου νόμου ενώσεων ομοφύλων προσώπων, δεν τελεί, κατά την ίδια γνώμη, σε αρμονία με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 παρ. 1, 21 παρ. 1 του Συντάγματος, 8 της Ε.Σ.Δ.Α., της Διεθνούς Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του παιδιού και της Συμβάσεως της Χάγης για τις διακρατικές υιοθεσίες.
:
Ακολουθήστε το newplanet09.gr στο Google News και στο instagram για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια