Οι φωτογράφοι του 40 και ο άγνωστος ρόλος τους στην κατοχή



Γράφει ο Δημήτρης  Ιωάννου

Αν υπάρχει σήμερα ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό από το έπος του 40 και την κατοχή, που «ταξιδεύει» από γενιά σε γενιά ως ανεκτίμητο ιστορικό ντοκουμέντο, οφείλεται σε μια χούφτα γενναίων Ελλήνων που η κοινωνία δεν τους απένειμε τα εύσημα που τους άξιζαν…

Αναφέρονται μεν αλλά όχι ως ήρωες που δικαιωματικά ήταν!

Πολέμησαν με όπλο μια φωτογραφική μηχανή και έκαναν αντίσταση τις μαύρες μέρες της κυριαρχίας των ναζί συγκεντρώνοντας κρυφά, αδιάσειστα στοιχεία από τις θηριωδίες και τις εκτελέσεις των κατακτητών.

Σήμερα θα τους γνωρίσουμε.

Ανάμεσα τους και μια γυναίκα…

ΜΕ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Λίγο μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου το Γενικό Επιτελείο Στρατού με ανακοινώσεις του ζητούσε για εθελοντική κατάταξη φωτογράφους και κινηματογραφιστές για το μέτωπο.

Μέσα στο γενικό κλίμα ενθουσιασμού που επικρατούσε τότε, πολλοί ήταν αυτοί που ανταποκρίθηκαν άμεσα. Ανάμεσά τους και ο Σμυρνιός ζωγράφος Γιώργος Προκοπίου, που είχε έρθει πρόσφυγας μετά το 1922. Ενώ ορισμένοι πολιτικοί και μεγαλοαστοί «θυμήθηκαν» ότι έπρεπε να στείλουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό για σπουδές, για να αποφύγουν τη στράτευση, ο Προκοπίου, σε προχωρημένη πια ηλικία και πάσχοντας από άσθμα και βρογχίτιδα, επιδιώκει με κάθε τρόπο να πάει.


Μετά την αρχική απόρριψη της αίτησής του δεν το βάζει κάτω. Χρησιμοποιεί διάφορα μέσα και φτάνει μέχρι τον Μεταξά για να του δοθεί η άδεια.


Και τελικά το πετυχαίνει.


Στο μέτωπο ο Προκοπίου τράβηξε έναν ικανό αριθμό φωτογραφιών, που θα αποτελούσαν τη βάση για αντίστοιχους ζωγραφικούς πίνακές του.


Θα πεθάνει τελικά στα παγωμένα βουνά της Βόρειας Ηπείρου, στις 20 Δεκεμβρίου 1940, ενώ ζωγράφιζε εκ του φυσικού το χιονισμένο Αργυρόκαστρο.


Αίτηση για να πάει στο μέτωπο έκανε και η Βούλα Παπαϊωάννου, αλλά απορρίφθηκε.


Hταν ακόμα πολύ νωρίς για τις γυναίκες.


Mόνη εξαίρεση αποτελεί η Mαρία Xρουσάκη, που βρέθηκε όμως στο Aλβανικό Mέτωπο ως εθελόντρια του Eρυθρού Σταυρού στα κινητά χειρουργεία του Υγειονομικού, ταυτίζοντας έτσι την ιδιότητα της αδελφής νοσοκόμου με εκείνη της φωτογράφου.


Από τους πρώτους που προσήλθαν ήταν ο Λάζαρος Ακερμανίδης.


Είχε έρθει πρόσφυγας το 1932 και εργαζόταν σαν φωτορεπόρτερ.


Στον Εύξεινο Πόντο όπου ζούσε ήταν χειμερινός κολυμβητής και συνηθισμένος στις κακουχίες.


Λίγο πριν καταταγεί και ενώ βρισκόταν στην Κατερίνη, πήγε στο εργαστήρι του αδελφού του, που ήταν γουναράς, και του ζήτησε να του φτιάξει ένα καπέλο που να σκεπάζει τα αυτιά του «γιατί μόνον αυτά κρύωναν».


Ο Ακερμανίδης παρέμεινε στο μέτωπο σε όλη τη διάρκεια του βαρύτατου χειμώνα του 1940-1941, σε αντίθεση με όλους σχεδόν τους υπόλοιπους φωτογράφους και κινηματογραφιστές που πήγαιναν περιοδικά και για σύντομα διαστήματα.


Τράβηξε περισσότερες από 2.500 φωτογραφίες, οι οποίες χάθηκαν μετά τον θάνατό του το 1947.


Εντοπίστηκαν το 1993 από τον Α. Ξανθάκη στην Κατερίνη και 200 από αυτές παρουσιάστηκαν σε έκθεση στην Αθήνα, τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου.


Το έργο του μπορεί να θεωρηθεί σημαντικό γιατί δεν αρκέστηκε μόνο στη λήψη στημένων φωτογραφιών αλλά φωτογράφησε και κάτω από πραγματικές συνθήκες.


Εκείνο επίσης που διαφοροποιεί τη δουλειά του από πολλούς άλλους είναι η καταγραφή της σκληρής καθημερινής ζωής του Έλληνα φαντάρου στο μέτωπο.


Σε ορισμένους από τους κινηματογραφιστές και τους φωτογράφους με την κατάταξή τους έπαιρναν τον βαθμό του έφεδρου ανθυπολοχαγού και υπάγονταν στη ΓΥΣ (Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού). Όλες οι φωτογραφίες και οι ταινίες τους έπρεπε πρώτα να περάσουν από αυστηρότατη λογοκρισία.


Αυτός είναι ο λόγος που πολλές φωτογραφίες που έδειχναν τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούσαν στο μέτωπο δεν επιτράπηκε να δημοσιευτούν.


Το καθεστώς κάτω από το οποίο λειτουργούσαν ήταν περίπου όμοιο με αυτό του γερμανικού στρατού.


Οι φωτογράφοι έδιναν τις φωτογραφίες τους για λογοκρισία, ορισμένες από τις οποίες κρατούσε ο στρατός, ενώ είχαν και αυτοί το δικαίωμα να τις διοχετεύσουν στις εφημερίδες και τα περιοδικά με τα οποία συνεργάζονταν.

Άλλοι φωτογράφοι που βρέθηκαν στο μέτωπο ήταν ο Βασίλης Τσακιράκης, «ο φωτογράφος της Αλβανίας», όπως τον αποκαλούσαν οι συνάδελφοί του, ο Τάκης Φλώρος, ο Ιωάννης Νισυρίου, ο Κυριάκος Κουρμπέτης, ο Δημήτρης Φωτεινόπουλος, ο Τάκης Τριανταφύλλου, ο οποίος τράβηξε 2.000 αρνητικά που πιθανό να βρίσκονται μαζί με το αρχείο του Κυριάκου Κουρμπέτη, ο Τασος Μελετόπουλος, ο Σπύρος Τράνακας και άλλοι.

Για σύντομο χρονικό διάστημα, προφανώς λόγω της ηλικίας του, βρέθηκε εκεί και ο Δημήτρης Γιάγκογλου.

Ορισμένα αρνητικά του που προφανώς δεν πέρασαν από τη λογοκρισία δείχνουν νεκρούς στρατιώτες, το πιθανότερο Ιταλούς.

Και οι τρεις αδελφοί Μεγαλοκονόμου (Κων/νος, Μανώλης και Χαράλαμπος) πήγαν σαν φωτογράφοι και κινηματογραφιστές για τα «Επίκαιρα» τα λεγόμενα «Ζουρνάλ».

Ανάμεσα στους κινηματογραφιστές ήταν ακόμα ο Δημητροκάλης, ο Ράφας, ο Μαλαβίτης, ο Γ. Παπαδούκας, ο Πρόδρομος Μεραβίδης και ο Σπύρος Κοκόλης.

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΙ ΤΟΥ ΕΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Λάζαρος Ακερμανίδης, Αλεξίου Δημήτρης Γιάγκογλου Κυριάκος Κουρμπέτης, Σπύρος Μελετζης, Λόγκος, Ιωάννης Νισυρίου, Τάσος Μελετόπουλος, Δημήτρης Μελισίδης ,Γιάννης Μπίρης, Δήμος Πατρίδης, Πέτρος Πουλίδης

Ευστράτιος Στελίγκος, Βασίλης Τσακιράκης, Δημήτρης Τριανταφύλλου, Σπύρος Τράνακας, Δημήτρης Φλώρος, Δημήτρης Φωτεινόπουλος, Σπύρος Χαλκίδης, Αδελφοί Μεγαλοκονόμου (Κωνσταντινος, Μανώλης και Χαράλαμπος).

Όλοι σχεδόν οι επαγγελματίες φωτογράφοι δηλώνουν ότι τράβηξαν φωτογραφίες που αποτύπωναν την τραγική πραγματικότητα κατά την περίοδο της Κατοχής, και δεν αμφισβητείται ότι ίσως αυτό να είναι γεγονός, σε πολύ μικρή όμως κλίμακα, και περιστασιακά.

Όπως, για παράδειγμα, ο Δημήτρης Τριανταφύλλου, ο οποίος επιβίωνε δουλεύοντας ως εκτυπωτής.

Παρά τον κίνδυνο που διέτρεχε, φωτογράφιζε κρυφά, όποτε του δινόταν η ευκαιρία.

Οι φωτογραφίες του αυτές ντοκουμέντα μιας δραματικής για την Ελλάδα εποχής συμπεριλήφθηκαν στις εκθέσεις για τις θυσίες των Ελλήνων στον πόλεμο οι οποίες έγιναν στο Σαν Φρανσίσκο (1945), στο Παρίσι (1946) και στο Λονδίνο (1948).

Εκείνοι όμως που κατέγραψαν συστηματικά τις τραγικές εικόνες, που ούτε η φαντασία θα μπορούσε να συλλάβει, ήταν βασικά δύο ερασιτέχνες φωτογράφοι μέλη μιας άγνωστης σχεδόν υπηρεσίας της Αστυνομίας καθώς και ένας ερασιτέχνης κινηματογραφιστής.

Όλοι τους εργάστηκαν συστηματικά καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής, γι’ αυτό και δίκαια αποκαλούνται «οι φωτογράφοι της Κατοχής».

Ο νεαρός Κώστας Παράσχος, Μικρασιάτης στην καταγωγή, εργαζόταν ως δημοσιογράφος στην «Πρωία».

Παράλληλα ήταν και ερασιτέχνης φωτογράφος.

Η πρώτη του ιδιότητα ήταν μάλλον εκείνη που τον ώθησε να φωτογραφίσει κατά την περίοδο της Κατοχής.

Η μηχανή του ήταν μια ρωσική Zorki, 35 mm, φτηνό αντίγραφο της Leica του 1932.

Με αυτήν τράβηξε συνολικά 850 φωτογραφίες, από τις οποίες ένα μικρό μέρος δημοσιεύτηκε, τριάντα χρόνια αργότερα, στο λεύκωμά του με τίτλο

«Η Κατοχή. Φωτογραφικά τεκμήρια 1941-1944».

ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ

Αμέσως μετά την είσοδο των Γερμανών ο διευθυντής της Αστυνομίας Πόλεων Αριστείδης Κουτσουμάρης μαζί με τον πρόεδρο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού Αλέξανδρο Ζάννα, οργάνωσαν μια μυστική υπηρεσία, που σκοπό είχε την καταγραφή και τη φωτογράφιση των βιαιοτήτων των Γερμανών και των Ιταλών.

Ανάμεσα σε αυτούς που εργάστηκαν αθόρυβα ήταν οι εξής:

Δημήτριος Κατσιμακλής

Υπαστυνόμος προϊστάμενος του Φωτογραφικού Τμήματος των Εγκληματολογικών Υπηρεσιών.

Την περίοδο της Κατοχής ήταν ένας από αυτούς που φωτογράφιζαν «σκηνές του λιμού και του θανάτου» στην Αθήνα και τον Πειραιά.

Από τις φωτογραφίες αυτές μία σειρά έφτασε στα χέρια του Κ. I. Τσουδερού, που ήταν τότε πρωθυπουργός της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης στο Κάιρο (Απρίλιος 1941 −   Απρίλιος 1944).

Τυπώθηκαν τότε σε ένα μικρό λεύκωμα το οποίο κυκλοφόρησε στην Αγγλία και Αμερική.

Πέτρος Παπανικολάου

Αρχιφύλακας του Γραφείου Σήμανσης Πειραιώς κατά την περίοδο 1941−1944.

Την περίοδο της Κατοχής ήταν ένας από αυτούς που φωτογράφιζαν στην Αθήνα και τον Πειραιά.

Παναγιώτης Τζελέπης

Αρχιτέκτονας και ερασιτέχνης φωτογράφος.

Συνεργάστηκε με τον Κατσιμακλή και τον Παπανικολάου στη φωτογράφιση νεκρών από την πείνα στους δρόμους και τα νεκροτομεία.

Άγγελος Παπαναστασίου  κινηματογραφιστής

Πλωτάρχης του Πολεμικού Ναυτικού, ερασιτέχνης φωτογράφος και κινηματογραφιστής, ο Παπαναστασίου ξεκίνησε να κινηματογραφεί από τη στιγμή που οι Γερμανοί κατέλαβαν την Ελλάδα. Διακινδυνεύοντας τη ζωή του κατέγραψε σε ταινία ότι έκαναν η Βούλα Παπαϊωάννου, ο Κώστας Παράσχος και η σχετική υπηρεσία της αστυνομίας με φωτογραφικές εικόνες. Την εμφάνιση των ερασιτεχνικών αυτών ταινιών, των 8 mm, έκανε ο Νίκος Κοκόλης, που ήταν φίλος του, στο φωτογραφικό εργαστήριό του.

Αυτοί οι τέσσερις αλλά και οι υπόλοιποι της υπηρεσίας αυτής, παρέμειναν για πολύ μεγάλο διάστημα άγνωστοι, αφού δεν επεδίωξαν την προβολή τους μετά τη λήξη του πολέμου.

Στις λήψεις των φωτογραφιών συμμετείχαν επίσης και οι αστυνόμοι Γεώργιος Σερμιέν και Ανδρέας Φολίδας, οι υπαστυνόμοι Ευάγγελος Πέτσης και Χρήστος Κάλλιας, ο ανθυπαστυνόμος Γεώργιος Παναγιωτόπουλος, οι αρχιφύλακες Βασίλειος Μοίρας, Δημήτριος Γκαμαρλιάν, Ευστράτιος Σπύρου και Νικόλαος Κατσαρός, ο αστυφύλακας Γεώργιος Παπαϊωάννου, ο υπενωμοτάρχης Ιωάννης Σταθακόπουλος, ο χωροφύλακας Δημήτριος Σταυρόπουλος, η εισηγήτρια Μαρία Πέτση και η Αλίκη Αξιώτου.

Συντονιστής της όλης αυτής προσπάθειας ήταν ο πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού Αλέξανδρος Ζάννας, ο οποίος τότε συνελήφθη και καταδικάστηκε.

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

Η Βούλα Παπαϊωάννου (1898 – 1990) ήταν Ελληνίδα φωτογράφος.

Φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών και ασχολήθηκε με την φωτογραφία. Συνεργάστηκε με το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο για την φωτογράφιση εκθεμάτων του ενώ την περίοδο της Κατοχής συνεργάστηκε με την ελβετική επιτροπή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού αποτυπώνοντας την καθημερινότητα των κατοίκων της ελληνικής πρωτεύουσας.

Το 1946 ανέλαβε την διεύθυνση του τμήματος φωτογραφίας της UNRA (United Nations Rehabilitation Relief, 1946 — 1950).

Με την ιδιότητα αυτή ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα καταγράφοντας με τον φακό της πτυχές της μεταπολεμικής ζωής των κατοίκων της υπαίθρου. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας.

Το αρχείο της, αποτελούμενο από 12.500 αρνητικά, δωρήθηκε από την ίδια στο Μουσείο Μπενάκη, όπου και φυλάσσεται.

Ανάμεσα τους και η ιστορική φωτογραφία του Κωστή Παλαμά, αμέσως μετά τον θάνατο του.

Πληροφορίες

photologio.gr

Άλκης Ξ. Ξανθάκης, φωτογράφος, Ιστορικός Φωτογραφίας

Militaire News

Ακολουθήστε το newplanet09.gr στο Google News και στο instagram για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Εικόνες θέματος από enot-poloskun. Από το Blogger.