Η Ευρώπη ανακαλύπτει ξανά τα νησιά και τις ακτές της: Μια στρατηγική ευκαιρία για την Ελλάδα
Της Στέλλας Κυβέλου
Για πολλές δεκαετίες, τα νησιά και οι παράκτιες περιοχές της Ευρώπης αντιμετωπίζονταν κυρίως ως οντότητες με γεωγραφικές ιδιαιτερότητες οι οποίες απαιτούσαν αποσπασματικές παρεμβάσεις και ειδικά μέτρα και εξαιρέσεις. Σήμερα, όμως, η ΕΕ φαίνεται να αναγνωρίζει ότι οι περιοχές αυτές δεν αποτελούν περιφερειακά προβλήματα προς διαχείριση, αλλά, αντίθετα, στρατηγικούς χώρους ανάπτυξης, καινοτομίας, ενεργειακής μετάβασης και γεωπολιτικής σημασίας.
Η πρόσφατη υιοθέτηση δύο εξειδικευμένων ευρωπαϊκών στρατηγικών – για τα νησιά και για τις παράκτιες κοινότητες αντιστοίχως – σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή προσέγγισης. Για πρώτη φορά,με την συμμετοχή των αρμόδιων Γενικών Διευθύνσεων και των σχετικών ενδιαφερομένων μερών ( stakeholders) διαμορφώνεται ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό πλαίσιο πολιτικής. Aφορά περισσότερους από 17 εκατομμύρια κατοίκους σε πάνω από 4.000 νησιά και περίπου 95 εκατομμύρια πολίτες που ζουν κατά μήκος των 70.000 χιλιομέτρων ακτογραμμής της Ένωσης.
Η σημασία αυτής της πρωτοβουλίας δεν βρίσκεται μόνο στο εύρος της. Eντοπίζεται κυρίως στην παραδοχή ότι η νησιωτικότητα και η παράκτια ανάπτυξη δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως δευτερεύοντα ζητήματα περιφερειακής πολιτικής. Αντίθετα, αποτελούν κρίσιμες συνιστώσες της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την ανταγωνιστικότητα, την ενεργειακή ασφάλεια, την κλιματική ανθεκτικότητα, την επισιτιστική επάρκεια και τη θαλάσσια διακυβέρνηση.
Τα ευρωπαϊκά νησιά αντιμετωπίζουν κοινές και διαχρονικές προκλήσεις: γεωγραφική απομόνωση, υψηλό κόστος μεταφορών, περιορισμένες αγορές, δημογραφική συρρίκνωση, εξάρτηση από την τουριστική μονοκαλλιέργεια, ενεργειακή εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα και αυξανόμενη έκθεση στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Παράλληλα, οι παράκτιες κοινότητες βρίσκονται αντιμέτωπες με την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, τη διάβρωση των ακτών, την απώλεια βιοποικιλότητας, τη θαλάσσια ρύπανση και τις πιέσεις ενός συχνά μη βιώσιμου τουριστικού μοντέλου.
Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι μια ολιστική προσέγγιση που συνδέει την οικονομική ανάπτυξη με την περιβαλλοντική προστασία, τη συνδεσιμότητα με την κοινωνική συνοχή, και την ενεργειακή μετάβαση με την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα. Οι δύο στρατηγικές λειτουργούν συμπληρωματικά, αναγνωρίζοντας ότι η ευημερία των νησιών και των παράκτιων περιοχών εξαρτάται από την ικανότητά τους να αξιοποιήσουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους χωρίς να υπονομεύουν τους φυσικούς και πολιτιστικούς πόρους που τα καθιστούν μοναδικά.Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η έμφαση που δίνεται στη γαλάζια οικονομία. Η ανάπτυξη νέων δραστηριοτήτων, όπως η γαλάζια βιοοικονομία, οι υπεράκτιες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ο αλιευτικός τουρισμός, οι υπηρεσίες οικοσυστημάτων και οι πιστώσεις «μπλε άνθρακα», αποτυπώνει τη φιλοδοξία της ΕΕ να μετατρέψει τις θαλάσσιες και παράκτιες περιοχές σε εργαστήρια βιώσιμης ανάπτυξης.
Παράλληλα, η αναφορά στον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό ως βασικό εργαλείο διακυβέρνησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η σύνδεση της επικείμενης Πράξης για τους Ωκεανούς (Ocean Act) με την ενεργότερη συμμετοχή των παράκτιων κοινοτήτων δείχνει ότι η ΕΕ αντιλαμβάνεται πλέον τον θαλάσσιο χώρο όχι απλώς ως πεδίο οικονομικής εκμετάλλευσης, αλλά ως έναν σύνθετο χώρο όπου συνυπάρχουν περιβαλλοντικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και γεωπολιτικές διαστάσεις.
Για την Ελλάδα, οι δύο αυτές στρατηγικές συνιστούν κάτι περισσότερο από ένα ακόμη ευρωπαϊκό κείμενο πολιτικής. Αποτελούν μια σημαντική ευκαιρία επαναπροσδιορισμού του αναπτυξιακού προτύπου των νησιών και των παράκτιων περιοχών της χώρας. Η Ελλάδα διαθέτει το μεγαλύτερο αρχιπέλαγος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 15000 χιλιόμετρα ακτογραμμής ( δεύτερη μετά την Νορβηγία) και μια μοναδική θαλάσσια και πολιτιστική κληρονομιά. Η θαλάσσια και νησιωτική ταυτότητα των Ελλήνων είναι πολύ έντονη και καθοριστική για το μέλλον της γαλάζιας οικονομίας στην χώρα. Παρά ταύτα, οι δημόσιες πολιτικές συχνά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη νησιωτικότητα ως ζήτημα μεταφορών ή επιδοτήσεων (είναι χαρακτηριστική η σημερινή εφαρμογή του μεταφορικού ισοδυνάμου ως επιδοματικής πολιτικής ) και τις παράκτιες περιοχές κυρίως ως χώρους τουριστικής ανάπτυξης.
Η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική υπενθυμίζει ότι το μέλλον των νησιών δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στον εποχικό τουρισμό και ότι η ανθεκτικότητα των παράκτιων περιοχών δεν μπορεί να εξασφαλιστεί χωρίς ολοκληρωμένο σχεδιασμό. Η ενεργειακή αυτονομία, η διαχείριση των υδάτινων πόρων, η προστασία και αποκατάσταση των οικοσυστημάτων, η στήριξη της τοπικής επιχειρηματικότητας, η αξιοποίηση της παράκτιας και υποβρύχιας πολιτιστικής κληρονομιάς και η ουσιαστική εφαρμογή του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού πρέπει να αποτελέσουν κεντρικούς άξονες μιας νέας εθνικής στρατηγικής.
Η πραγματική πρόκληση για την χώρα μας, η οποία συμβάλλει πολύ ενεργά στην Ευρωπαϊκού επιπέδου συζήτηση, δεν είναι να προσαρμοστεί απλώς στις νέες ευρωπαϊκές κατευθύνσεις. Είναι να αξιοποιήσει τη συγκυρία ώστε τα νησιά και οι παράκτιες περιοχές της να μετατραπούν από «περιφέρειες με ειδικά προβλήματα» σε πρότυπα βιώσιμης ανάπτυξης, καινοτομίας και ανθεκτικότητας. Σε μια εποχή κλιματικής αβεβαιότητας, γεωπολιτικών ανακατατάξεων και ανταγωνισμού για τους θαλάσσιους πόρους, τα ελληνικά νησιά και οι παράκτιες κοινότητες δεν βρίσκονται στα σύνορα της Ευρώπης. Βρίσκονται, αντίθετα, στο επίκεντρο των μεγάλων προκλήσεων και των μεγάλων ευκαιριών του ευρωπαϊκού μέλλοντος.
Η Καθ.Στέλλα Κυβέλου, Iδρύτρια & CEO της SDMED MARIS, είναι εμπειρογνώμων στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης των Κρατών μελών για τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό. Διετέλεσε σύμβουλος στην ΕΟΚΕ για την διαμόρφωση της γνωμοδότησης για τις πολιτικές στα Ευρωπαϊκά νησιά.
Ακολουθήστε το newplanet09.gr στο Google News και στο instagram για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια