ΟΠΕΚΕΠΕ και με τις ΑΠΕ;
Το μεγάλο «πράσινο» φαγοπότι και το Χρηματιστήριο Αδειών που στήθηκε πάνω στην ελληνική γη
ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΥΚΟΣ*
Η κυβέρνηση διαφημίζει εδώ και χρόνια την «πράσινη μετάβαση» ως τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση της χώρας. Μιλά για επενδύσεις, ανάπτυξη, ενεργειακή δημοκρατία και προστασία του περιβάλλοντος. Πίσω όμως από τα επικοινωνιακά συνθήματα αναδύεται μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που δεν θυμίζει ελεύθερη αγορά ούτε δίκαιη ανάπτυξη. Θυμίζει ένα καλοστημένο παιχνίδι προνομίων, όπου λίγοι αποκτούν τεράστια οικονομικά οφέλη και οι τοπικές κοινωνίες μένουν με τις συνέπειες.
Το ερώτημα λοιπόν είναι αναπόφευκτο:
Μήπως στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας δημιουργήθηκε ένας νέος “ΟΠΕΚΕΠΕ”; Όχι επιδοτήσεων, αλλά αδειών. Όχι βοσκοτόπων, αλλά ηλεκτρικού χώρου.
Με τον Ν. 4951/2022 η κυβέρνηση παρουσίασε ένα νέο, γρήγορο σύστημα αδειοδότησης των έργων ΑΠΕ. Η απλούστευση παρουσιάστηκε ως λύση στη γραφειοκρατία. Στην πραγματικότητα όμως άνοιξε τον δρόμο σε ένα μοντέλο όπου η πρώτη άδεια –η Βεβαίωση Παραγωγού– μπορεί να εκδοθεί χωρίς ο αιτών να αποδεικνύει, σε αυτό το στάδιο, ότι έχει στην κατοχή του ή έχει μισθώσει τη γη στην οποία σχεδιάζει να αναπτύξει το έργο.
Και κάπου εκεί ξεκινά το πραγματικό παιχνίδι.
Εταιρείες ειδικού σκοπού, επενδυτικά funds και μεσάζοντες καταθέτουν μαζικά αιτήσεις σε ψηφιακούς χάρτες, δεσμεύοντας εκτάσεις και, κυρίως, πολύτιμο ηλεκτρικό χώρο. Δεν χρειάζεται να έχουν αγοράσει το χωράφι. Δεν χρειάζεται να έχουν υπογράψει μισθωτήριο. Δεν χρειάζεται καν να έχουν μιλήσει με τον ιδιοκτήτη.
Αρκεί να κατοχυρώσουν πρώτοι τις συντεταγμένες.
Έτσι δημιουργείται ένα νέο χρηματοοικονομικό προϊόν.
Δεν εμπορεύονται ηλεκτρική ενέργεια.
Δεν παράγουν ούτε μία κιλοβατώρα.
Εμπορεύονται την ίδια την άδεια.
Η Βεβαίωση Παραγωγού αποκτά αξία πριν καν ξεκινήσει η επένδυση. Η εταιρεία που την κατέχει μπορεί να αλλάξει χέρια ή να εισέλθει νέος επενδυτής, και έτσι η αξία της άδειας μετατρέπεται σε αντικείμενο συναλλαγής. Ένα πραγματικό Χρηματιστήριο Αδειών, όπου το προϊόν δεν είναι η πράσινη ανάπτυξη αλλά το δικαίωμα πρόσβασης στο ηλεκτρικό δίκτυο.
Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, οι πραγματικοί παραγωγοί βρίσκονται αποκλεισμένοι.
Ο αγρότης της Κοζάνης, της Φλώρινας, των Γρεβενών, της Πέλλας ή της Καστοριάς που θέλει να εγκαταστήσει ένα μικρό φωτοβολταϊκό για να μειώσει το κόστος παραγωγής του, πληροφορείται ότι δεν υπάρχει διαθέσιμος ηλεκτρικός χώρος.
Το δίκτυο εμφανίζεται κορεσμένο.
Κορεσμένο όμως από τι;
Από έργα που λειτουργούν;
Ή από άδειες που παραμένουν επί χρόνια στα χαρτιά;
Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα που οφείλει να απαντήσει η κυβέρνηση.
Γιαί αν ο ηλεκτρικός χώρος δεσμεύεται από έργα που ουδέποτε υλοποιούνται, τότε δεν μιλάμε για ελεύθερη αγορά αλλά για τεχνητή έλλειψη, η οποία ευνοεί όσους πρόλαβαν να αποκτήσουν το προνόμιο της πρώτης θέσης.
Το φαινόμενο αυτό έχει ιδιαίτερη ένταση στην Κεντρική και στη Δυτική Μακεδονία, περιοχές που πλήρωσαν ήδη βαρύ τίμημα από τη βίαιη απολιγνιτοποίηση. Οι κάτοικοι άκουσαν υποσχέσεις για νέες θέσεις εργασίας, για δίκαιη μετάβαση και για αναπτυξιακές ευκαιρίες. Αντί γι’ αυτό βλέπουν τεράστιες εκτάσεις να μετατρέπονται σε πεδίο επενδυτικής κερδοσκοπίας και τους ίδιους να αποκλείονται από την ενεργειακή μετάβαση που υποτίθεται ότι σχεδιάστηκε και για αυτούς.
Και εδώ αρχίζουν τα πραγματικά πολιτικά ερωτήματα.
Πόσες Βεβαιώσεις Παραγωγού έχουν εκδοθεί χωρίς ακόμη να έχει εξασφαλιστεί η χρήση της γης;
Πόσες από αυτές έχουν μεταβιβαστεί ή έχουν αλλάξει ιδιοκτησία;
Πόσα έργα δεν κατασκευάστηκαν ποτέ αλλά κράτησαν δεσμευμένο ηλεκτρικό χώρο για χρόνια;
Πόσοι μικροί παραγωγοί αποκλείστηκαν εξαιτίας αυτής της κατάστασης;
Πόσες εταιρείες δημιουργήθηκαν αποκλειστικά για να αποκτήσουν άδειες και στη συνέχεια να τις αξιοποιήσουν εμπορικά μέσω πώλησης ή εισόδου επενδυτών;
Κυρίως όμως:
Ποιοι κέρδισαν;
Η κυβέρνηση έχει υποχρέωση να δώσει καθαρές απαντήσεις.
Γιατί η κοινωνία βλέπει ότι η «πράσινη ανάπτυξη» εξελίσσεται σε μια αγορά όπου οι μεγάλοι όμιλοι και τα διεθνή funds αποκτούν συνεχώς μεγαλύτερη ισχύ, ενώ ο μικρός παραγωγός, ο ενεργειακός συνεταιρισμός και ο νέος αγρότης μένουν εκτός παιχνιδιού.
Αυτό δεν είναι ενεργειακή δημοκρατία.
Είναι συγκέντρωση οικονομικής ισχύος.
Είναι συγκέντρωση του ηλεκτρικού χώρου.
Είναι συγκέντρωση της γης.
Και όσο η κυβέρνηση μιλά για «ιστορική μεταρρύθμιση», τόσο μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις και στην πραγματικότητα που βιώνουν οι τοπικές κοινωνίες.
Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Δεν μπορεί ο αγρότης να απορρίπτεται επειδή «δεν υπάρχει χώρος», ενώ ο χώρος έχει δεσμευθεί από έργα που υπάρχουν μόνο σε έναν ηλεκτρονικό χάρτη.
Δεν μπορεί η γη να αντιμετωπίζεται ως ψηφιακό εμπόρευμα.
Δεν μπορεί ο ηλεκτρικός χώρος να αποτελεί αντικείμενο χρηματιστηριακής εκμετάλλευσης.
Αν η Ελλάδα χρειάζεται ΑΠΕ.
Χρειάζεται και κανόνες που να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.
Χρειάζεται και πλήρη διαφάνεια στις μεταβιβάσεις αδειών.
Χρειάζεται ουσιαστικό έλεγχο της πραγματικής δυνατότητας υλοποίησης των έργων.
Χρειάζεται να αποδεσμεύεται εγκαίρως ο ηλεκτρικός χώρος από έργα που δεν προχωρούν.
Χρειάζεται προτεραιότητα στους αγρότες, στους ενεργειακούς συνεταιρισμούς και στις τοπικές κοινωνίες αντί για εκείνους που αντιμετωπίζουν τις άδειες ως χρηματοοικονομικό προϊόν.
Υπηρετεί την κοινωνία ή υπηρετεί μια νέα γενιά προνομιούχων επενδυτών;
Αν η απάντηση είναι το δεύτερο, τότε δεν μιλάμε για πράσινη ανάπτυξη. Μιλάμε για ένα ακόμη μοντέλο μεταφοράς δημόσιας αξίας σε ιδιωτικά συμφέροντα, με μοναδικούς χαμένους τους πολίτες που πληρώνουν το κόστος και βλέπουν τη γη τους, τον ηλεκτρικό χώρο και τις αναπτυξιακές τους προοπτικές να γίνονται αντικείμενο εμπορικής διαπραγμάτευσης.
Και τότε η σύγκριση με τον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν θα είναι απλώς ένα πολιτικό σύνθημα. Θα αποτελεί μια εύλογη πολιτική απορία που απαιτεί απαντήσεις, στοιχεία και πλήρη λογοδοσία.
Η κυβέρνηση οφείλει να αποδείξει ότι η πράσινη μετάβαση δεν εξελίχθηκε σε μηχανισμό προνομίων.
Και αν δεν μπορεί να το αποδείξει, τότε η πολιτική σύγκριση με τον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν θα είναι υπερβολή. Θα είναι ένα εύλογο ερώτημα που απαιτεί απαντήσεις, θεσμικό έλεγχο και πλήρη διαφάνεια.
Γιατί η πράσινη ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι άλλοθι για ένα νέο σύστημα μεταφοράς δημόσιου πλούτου σε ιδιωτικά συμφέροντα. Η ενεργειακή μετάβαση θα δικαιωθεί μόνο όταν υπηρετεί ισότιμα την κοινωνία, τους παραγωγούς και το δημόσιο συμφέρον — όχι όταν δημιουργεί την εντύπωση ότι κάποιοι κερδίζουν από τις άδειες περισσότερο από όσο κερδίζει η χώρα από την ίδια την παραγωγή ενέργειας.
Δρ. Βασίλης Λύκος
Political Analyst
Biologist – PhD in Risk Assesment & Integrated Environmental Management
MSc in Integrated Coastal Zone Management
University of Crete
Regional Councilor of the Region of Central Greece
Regional Unit of Euboea
Ακολουθήστε το newplanet09.gr στο Google News και στο instagram για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια