Καταγγελία του Συλλόγου των εργαζομένων στον ΟΑΕΔ – τ. ΟΕΕ – τ. ΟΕΚ για κονδύλια κατάρτισης με άγνωστα αποτελέσματα
Σε ένα διαρκές «παιχνίδι» απορρόφησης κονδυλίων χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα στην πραγματική οικονομία έχει εξελιχθεί το σύστημα επαγγελματικής κατάρτισης στην Ελλάδα. Με αφορμή τις αιχμηρές καταγγελίες του ΠΑΝΣΥΠΟ, έρχεται ξανά στην επιφάνεια το θεμελιώδες οικονομικό ερώτημα: Ποια είναι η πραγματική απόδοση των δημόσιων επενδύσεων στο ανθρώπινο κεφάλαιο;
Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Υπαλλήλων ΟΑΕΔ – τ. ΟΕΕ – τ. ΟΕΚ (ΠΑΝΣΥΠΟ) καταγγέλλει ότι πάνω από 1 δισ. ευρώ διατίθεται σε προγράμματα κατάρτισης χωρίς να δημοσιοποιούνται δείκτες αποτελεσματικότητας, όπως η ένταξη των καταρτισθέντων στην εργασία. Παράλληλα, επισημαίνει ότι καθυστερεί η δημοσίευση πορίσματος ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου για δαπάνες εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Ελλειμμα λογοδοσίας
Η Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ) διαχειρίζεται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) κονδύλια που ξεπερνούν το 1 δισ. ευρώ, συνιστώντας μία από τις μεγαλύτερες ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης των τελευταίων δεκαετιών.
Ωστόσο στον ιδιωτικό τομέα καμία επένδυση τέτοιας κλίμακας δεν θα συνεχιζόταν χωρίς τη μέτρηση του δείκτη απόδοσης κεφαλαίου (ROI), της παραγωγικότητας και της αύξησης των εσόδων. Αντίθετα, στην ελληνική πραγματικότητα, η δημόσια διοίκηση περιορίζεται στη δημοσιοποίηση στοιχείων εισροών: αριθμός συμμετεχόντων, τμήματα, πιστοποιήσεις και δημογραφικά δεδομένα. Ο κρίσιμος δείκτης αποτελεσματικότητας, δηλαδή πόσοι από τους καταρτιζόμενους βρήκαν πραγματικά εργασία μετά την ολοκλήρωση των προγραμμάτων, παραμένει επτασφράγιστο μυστικό.
Το πραγματικό κόστος
Με περίπου 500.000 ωφελούμενους και προϋπολογισμό άνω του 1 δισ. ευρώ, το μέσο κόστος διαμορφώνεται στις 2.000 ευρώ ανά συμμετέχοντα. Το πραγματικό οικονομικό κόστος όμως είναι το κόστος ανά άτομο που τελικά εντάσσεται στην αγορά εργασίας. Χωρίς αυτό τον δείκτη η δημοσιονομική απόδοση της δαπάνης καθίσταται αδύνατο να υπολογιστεί. Η Ελλάδα διαθέτει ετησίως περίπου το 1% του ΑΕΠ (2 έως 2,5 δισ. ευρώ) σε πολιτικές απασχόλησης. Οταν ένας άνεργος τοποθετείται σε σταθερή θέση εργασίας, το όφελος είναι πολλαπλό: διακόπτεται η καταβολή επιδομάτων, προκύπτουν νέοι φόροι εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές, ενώ ενισχύονται η κατανάλωση και τα έσοδα από ΦΠΑ. Οταν τα προγράμματα αποτυγχάνουν να εντάξουν τους πολίτες στην παραγωγή, αυτοί οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές χάνονται οριστικά.
Εδώ εισέρχεται το θεσμικό παράδοξο που «στέλνει» τα κονδύλια σε σκοτεινές διαδρομές ημετέρων: ενώ το άρθρο 38 του ν. 4921/2022 προβλέπει ρητά την αξιολόγηση των παρόχων βάσει της απορρόφησης στην εργασία στους τρεις, έξι και δώδεκα μήνες, το πλαίσιο παραμένει ανεφάρμοστο στην πράξη.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία
Την ίδια στιγμή που το Ελεγκτικό Συνέδριο διεξάγει ελέγχους για κονδύλια 680 εκατ. ευρώ, επικεντρωμένο κυρίως σε γραφειοκρατικές διαδικασίες και όχι στην ουσιαστική επίπτωση στην αγορά εργασίας, οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες κινούνται σε διαφορετική τροχιά:
Ακόμη και ο ΟΟΣΑ, στη μοναδική ανεξάρτητη αξιολόγηση (2024), υπογράμμισε ότι μεγάλο μέρος των ελληνικών πόρων κατευθύνεται σε παρεμβάσεις χαμηλής αποτελεσματικότητας που δεν στοχεύουν στους πλέον ευάλωτους.
Πού είναι το ισοζύγιο κόστους – οφέλους
Η κατάρτιση δεν αποτελεί προνοιακό επίδομα, αλλά επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο με στόχο την αύξηση του ΑΕΠ και της παραγωγικότητας. Για να πάψουν τα ευρωπαϊκά κονδύλια να τροφοδοτούν «σκοτεινές διαδρομές» και παράλληλα κυκλώματα απορρόφησης, η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει άμεσα μια ειλικρινή ανάλυση κόστους – οφέλους. Η λογοδοσία δεν μπορεί να εξαντλείται στις υπογραφές παραλαβής των επιταγών κατάρτισης, αλλά στην πραγματική αξία που επιστρέφει στην οικονομία.
Ακολουθήστε το newplanet09.gr στο Google News και στο instagram για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια