Σαουδική Αραβία – Τουρκία – Πακιστάν: Ο νέος άξονας που αλλάζει τις ισορροπίες και η δύσκολη εξίσωση για την Ελλάδα
Του Δρα Δημ. Σταθακόπουλου
Μια συμφωνία που υπεγράφη στη Μέκκα την Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026, δεν είναι απλώς ακόμη μία συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας. Η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν συμφώνησαν σε ένα νέο πλαίσιο αμοιβαίας άμυνας, σύμφωνα με το οποίο ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον και των τριών κατ’ αναλογία του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ.
Οι τρεις κυβερνήσεις παρουσιάζουν τη συμφωνία ως αμυντική και όχι στραμμένη εναντίον συγκεκριμένου κράτους. Ωστόσο, η γεωπολιτική της σημασία είναι πολύ μεγαλύτερη από τη διατύπωση του κειμένου.
Και για την Ελλάδα το ερώτημα δεν είναι αν δημιουργήθηκε ένας «αντιελληνικός άξονας».
Το ερώτημα είναι εάν η Τουρκία αποκτά ένα νέο, πολύ μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος και εάν η Αθήνα θα μπορέσει να αξιοποιήσει τις δικές της συμμαχίες ώστε να μην βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η συμφωνία έχει ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή ενώνει τρία κράτη με εντελώς διαφορετικά στρατηγικά χαρακτηριστικά.
Η Τουρκία διαθέτει μεγάλη συμβατική στρατιωτική ισχύ, ισχυρή αμυντική βιομηχανία, αναπτυγμένες δυνατότητες μη επανδρωμένων συστημάτων και, κυρίως, είναι χώρα του ΝΑΤΟ.
Το Πακιστάν είναι πυρηνική δύναμη και διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς στον κόσμο.
Η Σαουδική Αραβία διαθέτει τεράστια οικονομική ισχύ, ενεργειακό βάρος και κομβική γεωγραφική θέση στον Περσικό Κόλπο.
Αν τα τρία αυτά στοιχεία συνδυαστούν σε βάθος χρόνου, προκύπτει ένα σχήμα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά:
Τουρκία = στρατιωτική και τεχνολογική ισχύς
Πακιστάν = πυρηνική αποτροπή και στρατιωτικό βάθος
Σαουδική Αραβία = οικονομική και ενεργειακή ισχύς
Αυτό από μόνο του δεν δημιουργεί ένα «ισλαμικό ΝΑΤΟ». Ούτε η συμφωνία συνεπάγεται αυτόματα ότι κάθε κρίση μεταξύ ενός από τα τρία κράτη και τρίτης χώρας θα οδηγήσει σε κοινή στρατιωτική δράση. Οι λεπτομέρειες των συγκεκριμένων στρατιωτικών υποχρεώσεων δεν έχουν δημοσιοποιηθεί πλήρως.
Η πολιτική σημασία, όμως, είναι αναμφισβήτητη.
Το μεγάλο κέρδος είναι της Τουρκίας
Από τα τρία κράτη, εκείνη που μπορεί να αποκομίσει το μεγαλύτερο γεωπολιτικό όφελος είναι η Τουρκία.
Η Άγκυρα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διευρύνει την επιρροή της πέρα από τον άμεσο περίγυρό της. Η συμφωνία με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία προσθέτει δύο κρίσιμες διαστάσεις στην τουρκική στρατηγική.
Το Πακιστάν προσφέρει στρατηγικό βάθος προς την Ασία και μια σχέση με πυρηνική δύναμη.
Η Σαουδική Αραβία προσφέρει πρόσβαση στον αραβικό κόσμο και στον Κόλπο, καθώς και τεράστιες οικονομικές δυνατότητες.
Έτσι η Τουρκία δεν εμφανίζεται απλώς ως περιφερειακή δύναμη της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά μπορεί να διεκδικήσει ρόλο κόμβου μεταξύ Ανατολικής Μεσογείου, Μέσης Ανατολής και Νότιας Ασίας.
Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να προσέξει η Αθήνα.
Η Σαουδική Αραβία έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια σχέσεις και στρατιωτική συνεργασία με την Ελλάδα. Το Ριάντ έχει δικά του συμφέροντα και δεν είναι δεδομένο ότι θα ακολουθήσει την Άγκυρα σε οποιαδήποτε ελληνοτουρκική διαφορά.
Επομένως, η ελληνική στρατηγική δεν πρέπει να βασιστεί στη λογική «Τουρκία εναντίον Ελλάδας και οι άλλοι μαζί της».
Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Και ακριβώς γι’ αυτό η Αθήνα έχει περιθώρια να κινηθεί.
Η Ανατολική Μεσόγειος γίνεται ακόμη πιο σημαντική
Η νέα συμφωνία πρέπει να ιδωθεί μαζί με τη διαρκώς ενισχυόμενη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.
Η τριμερής σχέση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ έχει αποκτήσει στρατηγικό χαρακτήρα στους τομείς της άμυνας, της ενέργειας και της περιφερειακής ασφάλειας. Παράλληλα, η Ελλάδα έχει εμβαθύνει τη διμερή αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ, μεταξύ άλλων σε αντι-drone συστήματα και κυβερνοασφάλεια.
Αυτό σημαίνει ότι διαμορφώνεται ένα πλέγμα σχέσεων που συνδέει:
Ελλάδα – Κύπρο – Ισραήλ – Αίγυπτο – Γαλλία – ΗΠΑ με διαφορετικό βαθμό συνεργασίας σε κάθε περίπτωση.
Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία ενισχύει τις σχέσεις της με Πακιστάν και Σαουδική Αραβία.
Δεν έχουμε δύο απολύτως συγκροτημένα στρατόπεδα. Έχουμε όμως μια περιοχή όπου οι στρατηγικές συνεργασίες πολλαπλασιάζονται και αλληλοεπικαλύπτονται.
Και αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό.
Η Σαουδική Αραβία είναι το «κλειδί» για την Ελλάδα
Η Αθήνα δεν πρέπει να κάνει το λάθος να θεωρήσει ότι επειδή το Ριάντ υπέγραψε συμφωνία με την Άγκυρα, πρέπει να απομακρυνθεί από τη Σαουδική Αραβία.
Το αντίθετο. Η Σαουδική Αραβία πρέπει να παραμείνει για την Ελλάδα χώρα υψηλής στρατηγικής σημασίας.
Η Αθήνα έχει συμφέρον να διατηρεί ανοικτές και ισχυρές σχέσεις τόσο με το Ριάντ όσο και με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Αίγυπτο και την Ιορδανία.
Για έναν πολύ απλό λόγο:
Η Ελλάδα δεν πρέπει να επιτρέψει στην Τουρκία να εμφανιστεί ως ο μοναδικός στρατηγικός σύνδεσμος ανάμεσα στον αραβικό κόσμο, τον Κόλπο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η ελληνική απάντηση δεν πρέπει να είναι ένας «αντιτουρκικός άξονας».
Πρέπει να είναι ένα δίκτυο συνεργασιών.
Περαιτέρω, το πυρηνικό οπλοστάσιο του Πακιστάν προσδίδει στη νέα συμφωνία μια διάσταση που δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Πρέπει όμως να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί.
Η συμφωνία δεν σημαίνει ότι η Σαουδική Αραβία αποκτά αυτομάτως πυρηνική ομπρέλα ή ότι το Πακιστάν δεσμεύεται να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα για την υπεράσπισή της.
Αυτό που αλλάζει είναι το στρατηγικό περιβάλλον.
Ένας πιθανός αντίπαλος της Σαουδικής Αραβίας πρέπει πλέον να υπολογίζει ότι πίσω από το Ριάντ βρίσκεται και το Ισλαμαμπάντ.
Αυτό από μόνο του επηρεάζει τους υπολογισμούς αποτροπής.
Το timing της συμφωνίας δεν είναι τυχαίο.
Η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε περίοδο εξαιρετικής αστάθειας, με τις σχέσεις Ιράν–Ισραήλ και την ευρύτερη περιφερειακή ασφάλεια να επηρεάζουν άμεσα τον Κόλπο και τις ενεργειακές ροές. Η νέα συμφωνία λειτουργεί επομένως και ως μήνυμα αποτροπής σ’ ένα περιβάλλον όπου τα κράτη της περιοχής αναζητούν νέες εγγυήσεις ασφαλείας.
Ταυτόχρονα, η Τουρκία και το Ισραήλ βρίσκονται σε πολύ δύσκολη σχέση.
Αυτό προσθέτει μια ακόμη διάσταση στην εξίσωση της Ανατολικής Μεσογείου.
Δεν σημαίνει ότι η Σαουδική Αραβία θα κινηθεί αυτόματα εναντίον του Ισραήλ ή ότι το Πακιστάν θα εμπλακεί σε οποιαδήποτε ισραηλινοτουρκική αντιπαράθεση.
Σημαίνει όμως ότι η Τουρκία έχει πλέον περισσότερες επιλογές και περισσότερα σημεία στήριξης σε περίπτωση περιφερειακής κρίσης.
Και οι ΗΠΑ; Αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο ερώτημα.
Η νέα συμφωνία αποτυπώνει και μια ευρύτερη πραγματικότητα: χώρες της περιοχής δεν θέλουν να εξαρτώνται αποκλειστικά από μία εξωτερική δύναμη για την ασφάλειά τους.
Η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν προσπαθούν να ενισχύσουν τις δικές τους δυνατότητες και μεταξύ τους δεσμούς.
Για την Ουάσιγκτον αυτό μπορεί να είναι είτε πρόβλημα είτε ευκαιρία.
Και για την Ελλάδα έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η Αθήνα πρέπει να παραμείνει ένας από τους πιο αξιόπιστους εταίρους των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς όμως να περιορίσει την εξωτερική της πολιτική σε μια μονοδιάστατη σχέση.
Το μεγάλο ερώτημα: Ινδία – Ισραήλ – Ελλάδα
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη που μπορεί να προκύψει.
Το Πακιστάν βρίσκεται σε στρατηγικό ανταγωνισμό με την Ινδία.
Η Τουρκία έχει αναπτύξει ιδιαίτερα στενές σχέσεις με το Πακιστάν.
Η Ινδία έχει σημαντικές σχέσεις με το Ισραήλ και ενδιαφέρεται για τους εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους που συνδέουν την Ινδία με την Ευρώπη.
Η Ελλάδα, λόγω γεωγραφίας, μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο ευρωπαϊκό άκρο αυτών των διαδρομών.
Έτσι, το ερώτημα δεν είναι μόνο:
Τουρκία – Πακιστάν – Σαουδική Αραβία.
Το επόμενο ερώτημα είναι εάν θα αρχίσει να σχηματίζεται ένα διαφορετικό πλέγμα:
Ινδία – Ισραήλ – Κύπρος – Ελλάδα, με αμερικανική και ευρωπαϊκή υποστήριξη.
Δεν πρόκειται ακόμη για συγκροτημένο «αντίπαλο άξονα». Θα ήταν υπερβολή να το υποστηρίξουμε.
Όμως τα γεωπολιτικά συμφέροντα τέμνονται όλο και περισσότερο.
Τι πρέπει να κάνει η Αθήνα ;
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να πανικοβληθεί.
Χρειάζεται στρατηγική.
Πρώτον, να εμβαθύνει την αμυντική συνεργασία με Γαλλία, ΗΠΑ και Ισραήλ.
Δεύτερον, να διατηρήσει και να διευρύνει το σχήμα Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ.
Τρίτον, να επενδύσει ακόμη περισσότερο στις σχέσεις με Αίγυπτο, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Σαουδική Αραβία.
Τέταρτον, να αξιοποιήσει τη σχέση με την Ινδία, όχι ως αντιτουρκική κίνηση αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης οικονομικής, ενεργειακής και γεωπολιτικής στρατηγικής.
Πέμπτον, να συνεχίσει να επενδύει στη δική της στρατιωτική ισχύ. Γιατί καμία συμμαχία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εθνική αποτρεπτική ικανότητα.
Και, κυρίως, να μην κάνει το λάθος να βλέπει τη διεθνή πολιτική ως ένα παιχνίδι δύο στρατοπέδων.
Η περιοχή δεν λειτουργεί έτσι.
Η συμφωνία της Μέκκας δεν αλλάζει από μόνη της τον συσχετισμό δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αλλά αποτελεί ένδειξη μιας βαθύτερης αλλαγής, όπου
ο παλιός περιφερειακός χάρτης ασφαλείας μετασχηματίζεται.
Η Τουρκία προσπαθεί να αποκτήσει μεγαλύτερο γεωπολιτικό βάθος.
Το Πακιστάν διευρύνει τις στρατηγικές του επιλογές.
Η Σαουδική Αραβία αναζητά περισσότερες εγγυήσεις ασφαλείας.
Το Ισραήλ αναζητά νέες περιφερειακές ισορροπίες.
Η Ινδία ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο για τους δρόμους προς την Ευρώπη.
Οι ΗΠΑ επανεξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουν την παρουσία τους στην περιοχή.
Και η Ελλάδα βρίσκεται ακριβώς πάνω στον γεωγραφικό κόμβο όπου συναντώνται η Ανατολική Μεσόγειος, η Μέση Ανατολή και οι δρόμοι προς την Ευρώπη.
Αυτό είναι το μεγάλο ελληνικό πλεονέκτημα, αλλά και η μεγάλη ελληνική ευθύνη.
Για την Αθήνα δεν αρκεί να προσπαθήσει να δημιουργήσει έναν «αντιτουρκικό συνασπισμό».
Πρέπει να γίνει ο απαραίτητος κόμβος ενός δικτύου συνεργασιών που θα συνδέει Ευρώπη, Ανατολική Μεσόγειο, Ισραήλ, Αίγυπτο, Κόλπο και Ινδία.
Γιατί η νέα εποχή δεν θα κριθεί από το ποιος έχει τους περισσότερους συμμάχους.
Θα κριθεί από το ποιος μπορεί να συνδέσει τους περισσότερους συμμάχους μεταξύ τους.
Και σε αυτό το παιχνίδι, η γεωγραφία της Ελλάδας είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό χαρτί.
Το ερώτημα είναι αν η ελληνική εξωτερική πολιτική θέλει και εάν μπορεί να το αξιοποιήσει.
Ακολουθήστε το newplanet09.gr στο Google News και στο instagram για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια