Η Ελλάδα που Μικραίνει: Ένα Νέο Δημογραφικό Συμβόλαιο για την Οικογένεια, την Περιφέρεια και την Εθνική Ανθεκτικότητα




ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ*

Το δημογραφικό πρόβλημα αποτελεί ίσως μία από τις σημαντικότερες μακροχρόνιες προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα. Δεν πρόκειται απλώς για μια στατιστική μείωση του πληθυσμού ή για ένα κοινωνικό ζήτημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με μεμονωμένα επιδόματα. Η μείωση των γεννήσεων, η αύξηση της μέσης ηλικίας, η συρρίκνωση του πληθυσμού εργασιακής ηλικίας και η σταδιακή ερήμωση πολλών περιοχών της χώρας δημιουργούν ένα σύνθετο πρόβλημα που επηρεάζει άμεσα την οικονομία, το ασφαλιστικό σύστημα, την αγορά εργασίας, την περιφερειακή ανάπτυξη, την άμυνα και, σε βάθος χρόνου, ακόμη και τη διεθνή θέση της Ελλάδας.

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η κατάσταση έχει πλέον αποκτήσει δομικά χαρακτηριστικά. Το 2024 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 68.467 γεννήσεις, έναντι 71.455 το 2023, ενώ οι θάνατοι ανήλθαν σε 126.916. Η φυσική μεταβολή του πληθυσμού παραμένει συνεπώς έντονα αρνητική, ενώ η πτωτική πορεία των γεννήσεων έχει παγιωθεί εδώ και χρόνια. Η Ελλάδα εισέρχεται έτσι σε μία περίοδο κατά την οποία οι νεότερες ηλικιακές ομάδες περιορίζονται και οι μεγαλύτερες ηλικίες αποτελούν ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού.

Η κατάσταση αυτή δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Το σύνολο σχεδόν της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετωπίζει προβλήματα χαμηλής γονιμότητας και γήρανσης. Ωστόσο, η Ελλάδα ξεκινά από ιδιαίτερα δυσμενή θέση. Οι προβολές που περιλαμβάνονται στην αρχική πρόταση δείχνουν ότι, χωρίς σημαντικές αλλαγές, ο ελληνικός πληθυσμός θα μπορούσε να περιοριστεί περίπου στα 9–9,5 εκατομμύρια έως το 2050, ενώ μέχρι το τέλος του αιώνα η μείωση μπορεί να γίνει ακόμη μεγαλύτερη. Παράλληλα, ο δείκτης εξάρτησης των ηλικιωμένων αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά, γεγονός που σημαίνει ότι ολοένα και μικρότερος αριθμός πολιτών εργασιακής ηλικίας θα καλείται να στηρίζει ένα μεγαλύτερο τμήμα συνταξιούχων και ηλικιωμένων.

Το δημογραφικό επομένως δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως κοινωνικό πρόβλημα. Είναι ταυτόχρονα οικονομικό και αναπτυξιακό πρόβλημα. Μια οικονομία με συνεχώς μικρότερο ενεργό πληθυσμό διαθέτει, υπό τις ίδιες συνθήκες, μικρότερη παραγωγική βάση. Λιγότεροι εργαζόμενοι σημαίνουν μικρότερη φορολογική και ασφαλιστική βάση, ενώ η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τις απαιτήσεις για συντάξεις, υγειονομική περίθαλψη και υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας. Βεβαίως, η τεχνολογία, η αύξηση της παραγωγικότητας και η καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού μπορούν να περιορίσουν μέρος αυτών των επιπτώσεων. Δεν μπορούν όμως να εξαφανίσουν τη βασική δημογραφική ανισορροπία.

Γι’ αυτό και η δημογραφική πολιτική πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μακροχρόνια επένδυση και όχι μόνο ως κοινωνική δαπάνη. Ένα παιδί που γεννιέται σήμερα θα εισέλθει στην αγορά εργασίας περίπου δύο δεκαετίες αργότερα. Το κόστος μιας πολιτικής στήριξης της οικογένειας εμφανίζεται άμεσα στον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ τα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη της εκτείνονται σε βάθος δεκαετιών. Αυτή ακριβώς η χρονική απόσταση εξηγεί γιατί απαιτείται ένα σταθερό πλαίσιο πολιτικής που να υπερβαίνει τον εκλογικό κύκλο και τις εναλλαγές των κυβερνήσεων.

Η Ελλάδα χρειάζεται, συνεπώς, ένα νέο «Δημογραφικό Συμβόλαιο» τουλάχιστον εικοσαετούς διάρκειας. Η απόφαση ενός ζευγαριού να αποκτήσει παιδί δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ύψος ενός επιδόματος. Επηρεάζεται από τη δυνατότητα πρόσβασης σε κατοικία, από την εργασιακή ασφάλεια, από το κόστος ανατροφής, από τη διαθεσιμότητα βρεφονηπιακών σταθμών, από την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης και, κυρίως, από την αίσθηση ότι οι πολιτικές στήριξης της οικογένειας θα έχουν διάρκεια. Η δημιουργία οικογένειας είναι απόφαση που απαιτεί εμπιστοσύνη προς το μέλλον.

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόταση για ενισχυμένη στήριξη των πολύτεκνων οικογενειών και ειδικότερα των οικογενειών με πέντε ή περισσότερα παιδιά. Η λογική της πρότασης είναι ότι οι οικογένειες αυτές αναλαμβάνουν ένα ιδιαίτερα υψηλό οικονομικό και κοινωνικό κόστος και, ταυτόχρονα, συμβάλλουν δυσανάλογα στη δημογραφική ανανέωση της χώρας. Για τον λόγο αυτό προτείνεται ειδική οικονομική προστασία των άνεργων μητέρων με πέντε ή περισσότερα παιδιά, με εισοδηματική κάλυψη που θα αντιστοιχεί σε προκαθορισμένη μισθολογική βαθμίδα του Δημοσίου, καθώς και πρόσθετη προσαύξηση για το έκτο, έβδομο και όγδοο παιδί.

Η πρόταση διαφοροποιείται από ένα συνηθισμένο οικογενειακό επίδομα, καθώς αναγνωρίζει έμμεσα την κοινωνική και οικονομική αξία της ανατροφής ενός μεγάλου αριθμού παιδιών. Η φροντίδα πέντε, έξι ή επτά παιδιών αποτελεί στην πράξη δραστηριότητα πλήρους απασχόλησης, η οποία συχνά περιορίζει ή και αποκλείει τη δυνατότητα του γονέα να συμμετέχει στην αγορά εργασίας. Η Πολιτεία θα μπορούσε επομένως να αναγνωρίσει θεσμικά αυτή την πραγματικότητα, παρέχοντας ουσιαστική και σταθερή οικονομική προστασία.

Σύμφωνα με την αρχική κοστολόγηση, ένα πρόγραμμα περίπου 5.000 δικαιούχων θα απαιτούσε ετήσια δαπάνη της τάξης των 110–115 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ για περίπου 8.000 δικαιούχους η δαπάνη θα μπορούσε να ανέλθει στα 175–180 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Τα ποσά είναι σημαντικά, αλλά παραμένουν διαχειρίσιμα σε σχέση με το συνολικό μέγεθος του κρατικού προϋπολογισμού, ιδιαίτερα εάν το πρόγραμμα ξεκινούσε πιλοτικά και συνοδευόταν από συστηματική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς του.

Η ενίσχυση των πολύτεκνων οικογενειών, ωστόσο, δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της την ελληνική δημογραφική πολιτική. Η μεγαλύτερη δημογραφική δεξαμενή βρίσκεται στα ζευγάρια που αναβάλλουν την απόκτηση του πρώτου παιδιού, στις οικογένειες που έχουν ήδη ένα παιδί αλλά δυσκολεύονται να προχωρήσουν στο δεύτερο, καθώς και σε εκείνες που θα επιθυμούσαν ένα τρίτο παιδί αλλά θεωρούν ότι το οικονομικό, στεγαστικό ή επαγγελματικό κόστος είναι υπερβολικά μεγάλο. Για αυτό χρειάζεται ένα ευρύτερο σύστημα κινήτρων για το πρώτο, το δεύτερο και κυρίως το τρίτο παιδί.

Η στέγαση πρέπει να αποτελέσει κεντρικό πυλώνα μιας τέτοιας στρατηγικής. Για ένα νέο ζευγάρι, η απόφαση απόκτησης παιδιού είναι εξαιρετικά δύσκολη όταν σημαντικό μέρος του εισοδήματός του κατευθύνεται στο ενοίκιο ή όταν η απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας είναι πρακτικά αδύνατη. Η δημογραφική πολιτική πρέπει επομένως να συνδεθεί με χαμηλότοκα στεγαστικά προγράμματα, κοινωνική κατοικία για νέες οικογένειες, επιδοτήσεις ενοικίου με βάση τον αριθμό των παιδιών και κίνητρα αξιοποίησης κενών κατοικιών.

Παράλληλα, απαιτείται καθολική και πραγματικά προσβάσιμη προσχολική φροντίδα. Το ζευγάρι που γνωρίζει ότι δεν υπάρχει διαθέσιμος παιδικός σταθμός ή ότι πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην εργασία και στη φροντίδα του παιδιού δύσκολα θα αποφασίσει να μεγαλώσει την οικογένειά του. Η ύπαρξη επαρκών βρεφονηπιακών σταθμών, ολοήμερων σχολείων και δομών δημιουργικής απασχόλησης δεν αποτελεί απλώς κοινωνική πολιτική. Είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη δυνατότητα των οικογενειών να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά χωρίς να οδηγούνται σε οικονομική ή επαγγελματική υποβάθμιση.

Χρειάζεται επίσης μία διαφορετική αντίληψη για τη σχέση εργασίας και οικογένειας. Οι γονείς δεν χρειάζονται μόνο χρήματα αλλά και χρόνο. Ευέλικτα ωράρια, δυνατότητα τηλεργασίας όπου αυτό είναι εφικτό, ενισχυμένες άδειες μητρότητας και πατρότητας και πραγματική προστασία απέναντι σε εργασιακές διακρίσεις μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος μέσα στο οποίο η απόκτηση παιδιών δεν θα λειτουργεί ως εμπόδιο στην επαγγελματική εξέλιξη.

Μια ακόμη σημαντική διάσταση της πρότασης είναι η γεωγραφική στόχευση. Το δημογραφικό πρόβλημα δεν εμφανίζεται με την ίδια ένταση σε ολόκληρη τη χώρα. Ακριτικές, νησιωτικές και ορεινές περιοχές αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα γήρανση, μείωση των γεννήσεων και φυγή νεότερων κατοίκων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το πρόβλημα εξελίσσεται σε πραγματική πληθυσμιακή αποψίλωση. Για αυτές τις περιοχές χρειάζονται ενισχυμένα δημογραφικά κίνητρα, τα οποία θα συνδέουν την οικογενειακή πολιτική με την περιφερειακή ανάπτυξη.

Μια οικογένεια που αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα σε ένα μικρό νησί, σε μία ορεινή κοινότητα ή σε μια ακριτική περιοχή θα μπορούσε να λαμβάνει πρόσθετη στεγαστική ενίσχυση, ενεργειακές ελαφρύνσεις, δωρεάν ή επιδοτούμενες μετακινήσεις, εγγυημένη πρόσβαση σε παιδικό σταθμό, τηλεϊατρική και γρήγορη ψηφιακή συνδεσιμότητα. Στην αρχική πρόταση προβλέπονται ήδη ειδικά κίνητρα για ακριτικές, νησιωτικές και ορεινές περιοχές, καθώς και υποδομές στέγασης, υγείας, εκπαίδευσης και ψηφιακής συνδεσιμότητας.

Με αυτόν τον τρόπο, η δημογραφική πολιτική θα μπορούσε να γίνει ταυτόχρονα πολιτική περιφερειακής ανασυγκρότησης. Αντί η Ελλάδα να προσπαθεί απλώς να αυξήσει τον συνολικό αριθμό των γεννήσεων, θα μπορούσε να θέσει και έναν δεύτερο στόχο: να διατηρήσει ζωντανές περιοχές που σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπες με την πληθυσμιακή εγκατάλειψη. Η παρουσία νέων οικογενειών διατηρεί σχολεία, τοπικές επιχειρήσεις, υπηρεσίες και κοινωνικά δίκτυα και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μακροχρόνια οικονομική δραστηριότητα.

Το δημογραφικό πρέπει επίσης να συνδεθεί με την επιστροφή Ελλήνων που εγκαταστάθηκαν στο εξωτερικό τα προηγούμενα χρόνια. Η Ελλάδα έχασε κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης σημαντικό αριθμό νέων ανθρώπων, πολλοί από τους οποίους διαθέτουν υψηλή εκπαίδευση και επαγγελματική εμπειρία. Η επιστροφή ενός μέρους αυτού του ανθρώπινου δυναμικού μπορεί να συμβάλει άμεσα τόσο στην αγορά εργασίας όσο και στη δημογραφική ισορροπία. Φορολογικά κίνητρα, προγράμματα στέγασης, αναγνώριση επαγγελματικής εμπειρίας και ενίσχυση της επιχειρηματικότητας μπορούν να μετατρέψουν το brain drain σε πραγματικό brain regain.

Παράλληλα, η δημογραφία έχει σαφή σχέση με τη μακροχρόνια εθνική ισχύ. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πληθυσμός είναι ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει την ισχύ ενός κράτους. Στη σύγχρονη εποχή, η τεχνολογία, η οικονομική παραγωγικότητα, η εκπαίδευση και η ποιότητα των θεσμών είναι εξίσου σημαντικοί παράγοντες. Ωστόσο, ένα κράτος με διαρκώς μειούμενο και γηράσκοντα πληθυσμό διαθέτει αναπόφευκτα μικρότερη δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού για την οικονομία, τη δημόσια διοίκηση, την επιστήμη και τις Ένοπλες Δυνάμεις. Όπως επισημαίνεται και στην αρχική πρόταση, η δημογραφία αποτελεί δομικό στοιχείο της εθνικής ισχύος και της μακροχρόνιας ανθεκτικότητας ενός κράτους.

Οι γενιές που θα γεννηθούν σήμερα θα αποτελέσουν το ανθρώπινο δυναμικό της Ελλάδας μετά το 2045. Θα είναι οι εργαζόμενοι, οι επιστήμονες, οι επιχειρηματίες, οι γιατροί, οι εκπαιδευτικοί και τα στελέχη των κρατικών θεσμών των επόμενων δεκαετιών. Υπό αυτή την έννοια, η σημερινή δημογραφική πολιτική είναι ταυτόχρονα οικονομική, κοινωνική και στρατηγική πολιτική για την Ελλάδα του 2050.

Απαραίτητη προϋπόθεση, όμως, είναι κάθε νέα πολιτική να αξιολογείται με πραγματικά δεδομένα. Οι εκτιμήσεις της αρχικής πρότασης για πιθανές πρόσθετες γεννήσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται ως σενάρια πολιτικής και όχι ως βεβαιότητες. Μόνο η εφαρμογή ενός προγράμματος και η συστηματική αξιολόγησή του μπορούν να δείξουν πόσες γεννήσεις οφείλονται πράγματι στο συγκεκριμένο μέτρο. Για τον λόγο αυτό θα ήταν σκόπιμη μια πιλοτική εφαρμογή σε ορισμένες Περιφέρειες, όπως άλλωστε προβλέπεται και στο αρχικό σχέδιο, πριν από την πλήρη πανεθνική επέκταση.

Η αξιολόγηση θα πρέπει να εξετάζει όχι μόνο τον αριθμό των γεννήσεων, αλλά και την παιδική φτώχεια, την οικονομική κατάσταση των οικογενειών, τη συμμετοχή των γονέων στην αγορά εργασίας, τη μόνιμη εγκατάσταση στις περιφερειακές περιοχές και τη συνολική δημοσιονομική απόδοση των μέτρων. Η Ελλάδα χρειάζεται δημογραφική πολιτική βασισμένη σε δεδομένα και όχι μόνο σε εξαγγελίες.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι η σταθερότητα. Η απόφαση για τη δημιουργία οικογένειας αφορά έναν χρονικό ορίζοντα πολλών ετών. Κανένα ζευγάρι δεν μπορεί να σχεδιάσει τη ζωή του στηριζόμενο σε ένα μέτρο που ενδέχεται να καταργηθεί μετά από δύο ή τρία χρόνια. Η Πολιτεία πρέπει να δημιουργήσει ένα σταθερό συμβόλαιο εμπιστοσύνης με τις οικογένειες, με εγγυημένες πολιτικές που θα έχουν διάρκεια τουλάχιστον δύο δεκαετιών. Η ίδια ακριβώς φιλοσοφία βρίσκεται και στον πυρήνα της αρχικής πρότασης, η οποία υπογραμμίζει ότι η δημογραφία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με αποσπασματικές παροχές αλλά απαιτεί συνολική αναδιοργάνωση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι μία συγκεκριμένη οικονομική παρέμβαση θα επαναφέρει αυτομάτως τη γονιμότητα στα επίπεδα προηγούμενων δεκαετιών. Μπορεί όμως να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε η απόφαση για την απόκτηση παιδιών να μην αποτελεί οικονομικό και επαγγελματικό ρίσκο. Μπορεί να διασφαλίσει ότι μια οικογένεια που επιθυμεί δεύτερο ή τρίτο παιδί δεν θα εγκαταλείπει αυτή την επιθυμία αποκλειστικά λόγω του κόστους στέγασης και ανατροφής. Μπορεί επίσης να εγγυηθεί

ότι οι οικογένειες με πέντε, έξι ή περισσότερα παιδιά δεν θα αντιμετωπίζονται σαν μια κοινωνική κατηγορία που πρέπει απλώς να επιβιώνει με περιορισμένα επιδόματα.

Το ίδιο ισχύει για τις οικογένειες που επιλέγουν να ζήσουν στην περιφέρεια. Μία νέα οικογένεια στον Έβρο, στα νησιά ή σε μία ορεινή περιοχή δεν πρέπει να βρίσκεται αντιμέτωπη με την απουσία σχολείων, παιδικών σταθμών, γιατρών και βασικών υπηρεσιών. Η δημογραφική πολιτική πρέπει να συμβαδίζει με μια νέα πολιτική χωρικής συνοχής, ώστε η απόκτηση παιδιών να συνδέεται με πραγματικές δυνατότητες αξιοπρεπούς ζωής σε ολόκληρη την επικράτεια.

Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο θα κοστίσει μία φιλόδοξη δημογραφική πολιτική. Είναι πόσο θα κοστίσει στην Ελλάδα η απουσία της. Ένας πληθυσμός που μειώνεται συνεχώς σημαίνει μικρότερη οικονομική βάση, μεγαλύτερη πίεση στο κοινωνικό κράτος, μεγαλύτερη εγκατάλειψη της περιφέρειας και μικρότερη δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού. Οι επιπτώσεις αυτές θα γίνονται περισσότερο αισθητές όσο περνούν οι δεκαετίες.

Η Ελλάδα βρίσκεται συνεπώς μπροστά σε ένα δημογραφικό σταυροδρόμι. Η επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε μία «ακριβή» και μία «φθηνή» πολιτική. Η πραγματική επιλογή είναι ανάμεσα σε μία οργανωμένη μακροχρόνια παρέμβαση σήμερα και σε ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό, κοινωνικό και στρατηγικό κόστος στο μέλλον.

Χρειάζεται ένα νέο δημογραφικό συμβόλαιο που θα συνδυάζει την ουσιαστική προστασία των πολύτεκνων οικογενειών με ισχυρά κίνητρα για το δεύτερο και το τρίτο παιδί, προσιτή στέγαση, καθολική παιδική φροντίδα, φιλικότερο εργασιακό περιβάλλον για τους γονείς, αναζωογόνηση της ελληνικής περιφέρειας και πολιτικές επιστροφής νέων ανθρώπων στη χώρα. Πρόκειται για μια πολιτική που δεν πρέπει να σχεδιαστεί για την επόμενη τετραετία αλλά για τις επόμενες δεκαετίες.

Το δημογραφικό δεν είναι τελικά μόνο πρόβλημα αριθμών. Είναι ερώτημα για το πώς θα είναι η Ελλάδα του 2050 και του 2100, πόσοι άνθρωποι θα ζουν σε αυτήν, σε ποιες περιοχές θα κατοικούν, ποια οικονομία θα μπορούν να υποστηρίζουν και πόσο ισχυρό θα είναι το κοινωνικό και θεσμικό οικοδόμημα που θα κληρονομήσουν.

Η Ελλάδα του 2050 διαμορφώνεται από τις αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα. Και η σημαντικότερη ίσως επένδυση που μπορεί να κάνει μια χώρα στο μέλλον της είναι να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε οι άνθρωποί της να μπορούν, εφόσον το επιθυμούν, να δημιουργούν οικογένεια και να μεγαλώνουν τα παιδιά τους με ασφάλεια, αξιοπρέπεια και εμπιστοσύνη στο αύριο.

Γεώργιος Βασιλειάδης

BBA, MSc, EMBA, MA, MPA, MPH, MPhil, PhD(c)

Business and Managerial Executive

https://www.youtube.com/@GeorgiosVasileiadis1

https://www.linkedin.com/in/georgios-vasileiadis-3274ba224/


 



Ακολουθήστε το newplanet09.gr στο Google News και στο instagram για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Εικόνες θέματος από enot-poloskun. Από το Blogger.