Η επιλεκτική αμνησία της Τουρκίας που έχει ποινικό μητρώο κι όχι ιστορία και η Τριπολιτσά
Το τουρκικό ΥΠΕΞ εξέδωσε ανακοίνωση για την επέτειο της Άλωσης της Τριπολιτσάς…Είναι παράδοξο μια χώρα που δεν έχει ιστορία αλλά «λερωμένο» ποινικό μητρώο με διαπιστωμένες γενοκτονίες , να παριστάνει το θύμα…
Επιπλέον οι Τούρκοι θα πρέπει να καταλάβουν ότι υπάρχει μια μεγάλη διαφορά με την Ελλάδα, στην προσέγγιση ιστορικών γεγονότων. Στην Ελλάδα ακόμη κι όσοι έχουν απόψεις που μπορεί να μην αρέσουν για την Άλωση της Τριπολιτσάς, την λένε, τις γράφουν , τις συζητούν χωρίς καμία συνέπεια. Στην Τουρκία όποιος τολμήσει να μιλήσει για τις γενοκτονίες, τη Σμύρνη, τα τάγματα εργασίας-εξόντωσης και πολλά άλλα εγκλήματα, διώκεται και φυλακίζεται. Στην καλύτερη περίπτωση. Γιατί η Τουρκία δεν είναι -ή δεν είναι μόνο- αυτή που μας δείχνουν τα «ελαφρά» τουρκο-σήριαλ που αγοράζουν δυστυχώς με το κιλό οι Έλληνες καναλάρχες. Υπάρχει και η σκοτεινή Τουρκία που κατατρέχεται από την αιματηρή ιστορία της.
Κι επειδή οι Τούρκοι έχουν και μια επιλεκτική ιστορική αμνησία το κείμενο από το Αρχείο Συνδέσμου Μικρασιατών Κωνσταντινουπολιτών Χαλανδρίου Ρίζες, είναι πολύ χρήσιμο για να τους φρεσκάρει τη μνήμη.
Αρχείο Συνδέσμου Μικρασιατών Κωνσταντινουπολιτών Χαλανδρίου Ρίζες.
“3 ΙΟΥΝΙΟΥ 1821:ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΚΥΔΩΝΙΩΝ”Ο Κόντογλου το χαρακτήρισε ως το πρωτογενές Ολοκαύτωμα των Ελλήνων.
(Μέρος Α’ )
Κάθε χρόνο την πρώτην Κυριακήν του Ιουνίου οι Κυδωνιάτες πρόσφυγες συγκεντρωνονταν στον ιερόν ναόν της Αγίας Μαρίνης Εκάλης, διά να τελέσουν το καθιερωμένον μνημόσυνον των ηρωϊκών προγόνων τους, οι οποίοι κατά χιλιάδες θυσιάσθηκαν κατά το Ολοκαύτωμα της Πατρίδος της Ιερής Πόλεως των Κυδωνιών την 3ην Ιουνίου 1821.
Το μνημόσυνον αυτό ήταν υποχρέωσίς τους διά να θυμίζη την θυσίαν εκείνην, διά να παραδειγματίζη τους νεωτέρους Έλληνας.
Αυτή επί πολλά χρόνια επικρατούσε ως αναπόφευκτος παράδοσις, διότι τάχα με τις ενέργειες τους αυτοί έδωσαν την αφορμήν εις την καταστροφήν της πόλεως. Αλλά δεν είναι έτσι, διότι και οι πολέμιοι δεν ήθελαν την διάσωσίν του και δεν περίμεναν να ανακαλύψουν μίαν μικρολεπτομέρειαν. Εις άλλας περιπτώσεις ίσως εις την επανάστασιν της Χίου, διεπράχθη ομολογουμένως τοιούτον σφάλμα. Εδώ όμως δεν συμβαίνει τούτο. Ιδού ότι εις την περίστασίν μας οι Έλληνες ναυτικοί επετέθησαν εναντίον δύο εξωπλισμένων τουρκικών μεταγωγικών, τα οποία παραπλέοντα τα προς νότον των Κυδωνιών παράλια μετέφεραν στρατόν, τα συνέλαβον έμπροσθεν του λιμένος: του ενός μάλιστα από αυτά συνέλαβον και ολόκληρον το πλήρωμα, δηλ. ο στόλος εξεπλήρωσε το ανατεθειμένον εις αυτόν βαρύ έργον.
Το γεγονός τούτο και η τόλμη των επαναστατών εθορύβησε την Τουρκικήν Κυβέρνησιν, η οποία έδωσε αυστηράν διαταγήν εις τον Πασάν Αθηνών, και τον Πασάν της Προύσης, υπό των οποίων υπήγετο η επαρχία Κοραφή και επομένως και η διοίκησις του Κυδωνίου, να λάβουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα, διά να εξασφαλίσουν την άμυναν των παραλίων. Και όταν έλεγε την άμυναν των παραλίων, εννόει κυρίως της Κυδωνίας, ή εναντίον των οποίων καχυποψία δεν έπαυσε να υπάρχη υποδαυλιζομένη από τους γείτονας Τούρκους Τσάρχας και τους περιοίκους. Στρατός λοιπόν Τουρκικός απεστάλη από την Προύσαν, διά να αποκρούση τας τυχόν επιθέσεις του Ελληνικού στόλου και εις την περίπτωσιν εξεγέρσεως της πόλεως να την πατάξη. Η προπορεία του στρατού τούτου, αποτελουμένη από 700 Ιππείς ενεφανίσθη προ της πόλεως περί τα μέσα Μαΐου, ο δε διοικητής του απόσπάσματος εζήτησε να κατασκηνώση εντός της πόλεως. Αλλ’ οι προύχοντες υπέδειξαν εις αυτόν ότι ήτο πιθανόν από την ενέργειαν ταύτην να προκύψουν διαπληκτισμοί μεταξύ των πολιτών και των στρατιωτών και τον έπεισαν να στρατοπεδεύση εις την πεδιάδα του Αγιάσματου.
Μι άλλους λόγους σαν να παραδέχοντο γε τάς προτάσεις των πιστώς και οι ίδιοι ότι στασιαστικόν πνεύμα επεκράτει μεταξύ των πολιτών. Είναι τόσο απροσδόκητος η πρότασις αυτή των προυχόντων, ώστε δυσκολευόμεθα να πιστεύσωμεν ότι η απόφασις αύτη ελήφθη ομοφώνως. Φαίνεται ότι υπερίσχυσε η γνώμη της πλειοψηφίας, η οποία ενδιεφέρετο να μη της καταλογισθή ότι αυτή ήτο η αιτία των μελλοντικών περιπλοκών. Επεδίωκτο δηλαδή ως προνόμιο, αποκλειστικώς εις των πολιτικών συμφερόντων και όχι ως Κυδωνιεύς. Το συμφέρον της πόλεως απήτει εντελώς το αντίθετον, να προϋπαντήσουν τον αρχηγόν του αποσπάσματος έξω της πόλεως και να τον παρακαλέσουν να την καταλάβη. Και ασφαλώς αυτό θα έκαμνε ο οδηγός, δεν ευρίσκετο εις την περίπτωσιν αυτήν: θα είχον μάλιστα τότε την αρχηγίαν του αποσπάσματος των Τετρακούσης Φιλικούς, με τους οποίους εδύναντο να προλάβουν αυτάς και ευθύς εξ αρχής να τας περιστείλουν.
Αυτοί προσεπάθουν έστω και να κατασκευάσουν πού: εις την πεδιάδα του Αγιάσματου, δηλ. πλησίον των αστυνοτάτων εχθρών των. Με την «υπερηφανείαν των αυτήν εφαίνοντο ότι αποδοκίμαζαν τα μέτρα της Κυβερνήσεως, η οποία βέβαια ενώπιον της μεγάλης εξεγέρσεως εδικαιούτο να λάβη οιαδήποτε μέτρα ήθελε. Και μήπως με την τηλεγράφησιν του φρονήματος των ανδρών από τάς συναντήσεων των Αγιασματιανών δεν θα επέρχοντο μετ’ ολίγον συγκρούσεις μεταξύ στρατιωτών και ατάκτων από το έν μέρος και Κυδωνιέων κτηματιών από το άλλο, διά ως συνέβη πραγματικά;
Μερικοί μάλιστα εκ των στρατιωτών και από των βασιβοζούκων ετόλμησαν να εισέλθουν εντός αυτής της πόλεως. Ο διοικητής του σώματος ευθύς εξ αρχής είχε ζητήσει από την πόλιν ωρισμένον αριθμόν όπλων, των οποίων όμως πολύ μικρός αριθμός κατωρθώθη να περισυλλεχθή από το πλήθος.
Οργισμένος δε τώρα από τας συγκρούσεις και από την προηγηθείσαν στάσιν των προυχόντων παρέστησε την πόλιν ως επαναστατήσαν και εζήτησε την αποστολήν ενισχύσεων. Συγχρόνως προ του λιμένος των Κυδωνιών παρουσιάσθη ισχυρά μοίρα του Οθωμανικού στόλου.
Οι προύχοντες βλέποντες την κατάστασιν έσπευσαν με δώρα να εξευμενίσουν τον ναύαρχον, τους στρατιωτικούς αρχηγούς και τους αποσταλέντας πολιτικούς υπαλλήλους. Ο ίδιος δε ο Αθανάσιος Χατζή Γεωργίου έτρεξεν εις Πέργαμον, διά να ενεργήση υπέρ της πόλεως. Αλλ’ ήτο πλέον αργά· η ατμόσφαιρα ήτο δηλητηριασμένη και αι συκοφαντίαι των γειτόνων τούρκων είχαν πλέον εκτελέση το έργον των. Ίσως μάλιστα τα προσφερόμενα δώρα αντί να εξευμενίσουν εξήγειραν ακόμη περισσότερον τας προς διαρπαγήν διαθέσεις των. Διατί να δέχωνται βαρύ προσφερόμενα άπαξ νά λαμβάνουν αυτοί όσα θέλουν; Εννοείται ότι κατά την Τουρκικήν συνήθειαν εδόθησαν εις τους προύχοντας άφθονοι υποσχέσεις και παραινέσεις, χωρίς όμως ούτοι να βελτιώσουν καθόλου την κατάστασιν.
Εν τω μεταξύ την 17ην Μαΐου συνέβη προ της Ερεσού της Λέσβου υπό του γενναίου Ψαριανού πυρπολητού η πυρπόλησις της Τουρκικής προφυλακίδος, η οποία εξηνάγκασε και τον λοιπόν τουρκικόν στόλον να καταφύγη έντρομος εις τον Ελλήσποντον. Τούτο υπήρξε το σύνθημα του ολέθρου διά τας Κυδωνίας, διότι οι Τούρκοι τώρα εζήτουν εκδίκησιν, εννοείται εις βάρος αθώων. Ότε δε μετ’ ολίγον κατέφθασαν αι ζητηθείσαι από τους αρχηγούς ενισχύσεις, κατέλαβον όλους τους πέριξ της πόλεως λόφους και τας γειτονικάς παραλίας.
Πολλοί Κυδωνιείς τότε, ιδίως προύκριτοι, προβλέποντες την επερχομένην θύελλαν κατέφυγαν εις τά Μοσχονήσια, απ’ όπου ήλπιζαν ότι ευκολώτερα ηδύναντο να διασωθούν. Συγχρόνως μάλιστα κατέφθανε και εις τον Ελληνικόν στόλον η πληροφορία ότι η πόλις διέτρεχε τον έσχατον κίνδυνον. Ο Τόμπρας συσκευάσας τα μηχανήματα και τά στοιχεία του Τυπογραφείου της Ακαδημίας των Κυδωνιών εζήτησε από τον στόλαρχον Τομπάζην, εάν ήτο δυνατόν να διασώση αυτά.
Την 2αν Ιουνίου 1821 το πρωί τρείς χιλιάδες Γενίτσαροι εισήλθον εις την πόλιν και κατέλαβον τας προς την παραλίαν επικαίρους θέσεις και οικίας. Συγχρόνως ο αρχηγός της δυνάμεως ταύτης, εζήτησε από τους προύχοντας ένα πολύ μεγάλο χρηματικόν ποσόν ως στρατιωτικήν εισφοράν της πόλεως.
Οι Κοινοτικοί άρχοντες ηρνήθησαν παριστάνοντες το αδύνατον αυτής. Ακριβώς κατά τάς ώρες αυτάς ενεφανίσθη προ του λιμένος της πόλεως μοίρα του Ελληνικού στόλου, η οποία έσπευσεν να παραλάβη και να διασώση τους εις τα Μοσχονήσια καταφυγόντας Κυδωνιείς. Μαζί με αυτούς έσπευσαν τότε να επιβιβασθούν και πολλοί Μοσχονησιοί. Από την στιγμήν αυτήν η σύγχυσις και η ταραχή ήρχισαν να βασιλεύουν εις την πόλιν. Το γενικόν σύνθημα ήτο «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».
Πραγματικά με την μεγαλύτεραν όλονέν εισροήν εις την πόλιν γενιτσάρων και ατάκτων κατά τας τελευταίας ημέρας του Μαΐου και τάς πρώτας ημέρας του Ιουνίου 1821 εγίνετο και η κατάστασις από ημέρας εις ημέραν χειροτέρα. Αι διαρπαγαί αι κακοποιήσεις και οι φόνοι, όχι πλέον εις την ύπαιθρον χώραν αλλά μέσα και εις την ίδιαν πόλιν, όλονέν εξήπτοντο περισσότερον. Ήτο ήδη φανερόν εις όλους, ότι αι Κυδωνίαι ήσαν καταδικασμέναι· η καχυποψία από το ένα μέρος της Κυβερνήσεως καί αί συκοφαντίαι από το άλλο μέρος των φανατικών γειτόνων Μουσουλμάνων είχον συντελέση το καταστρεπτικόν διά την πρίν ευτυχισμένην πόλιν έργον των ως ό επιθανάτιος ρόγχος της ήρχιζε.
Ως εκ τούτου και η αγωνία των κατοίκων, όσοι δεν είχον προλάβει να φύγουν, εμεγάλωνε όλονέν περισσότερον. Όσοι από αυτούς ήσαν πλησιέστερα προς την θάλασσαν και εύρισκαν οιονδήποτε πρόχειρον μεταφορικόν μέσον έσπευδαν ευθύς να φύγουν με ό,τι από τα πράγματά των μέσα εις την σπουδήν εκείνην μπορούσαν να αποκομίσουν. Η διαφυγή των δε αυτή εγίνετο συνήθως με την συγκατάθεσιν ή την ανοχήν των Τούρκων, οι οποίοι πριν αρχίσουν αί συγκρούσεις απέβλεπαν κυρίως εις την διαρπαγήν της πλουσίας πόλεως.
Εννοείται δεν έλειπαν και αί δωροδοκίαι ή καί αίματηραί συμπλοκαί, οσάκις η απληστία ή το μίσος των Τούρκων ανέκοπταν τον δρόμον εις τους φεύγοντας. Εις την τελευταίαν αυτήν περίπτωσιν τα θύματα ήσαν και από τα δύο μέρη περισσότερα ή όλιγώτερα κατά τάς περιστάσεις, δεν έλειπαν δε και αί αρπαγαί γυναικών και παιδίων εάν εις αυτάς υπερίσχυαν οι Τούρκοι. Όσοι δέ πάλιν από τους κατοίκους κατοικούσαν εις τα ενδότερα της πόλεως και ιδιαιτέρως εις τους υπερκειμένους λόφους ετοιμάζοντο με πολλάς προφυλάξεις και αυτοί να κάμουν εις πρώτην ευκαιρίαν το ίδιον· εν τω μεταξύ προς ασφάλειαν εσυγκεντρώνοντο εις οἰκήματα όπου θα μπορούσαν να
αντιτάξουν την καλυτέραν δυνατήν άμυναν, εάν οι επιδρομείς τούς επετίθεντο.
Την απελπιστικήν κατάστασιν των ημερών αυτών μαρτυρεί χαρακτηριστικώτατα διασωθέν λαϊκόν δίστιχον:
«Τρίτη, Τετάρτη θλιβερή, Πέμπτη φαρμακωμένη,
Παρασκευή ξημέρωμα, αϊ νά μήν είχε ξημερώσει».
Η Παρασκευή της πρώτης εβδομάδος του Ιουνίου του 1821 είναι η ημέρα της καταστροφής της πόλεως.
Και πραγματικά η Παρασκευή 3 Ιουνίου ήτο η χειροτέρα από τάς προηγουμένας ημέρας. Οι Τούρκοι νικηθέντες από τους αποβιβασθέντας Έλληνας ναυτικούς εις τάς πλησίον της παραλίας θέσεις των και καταδιωχθέντες από αυτούς ετράπησαν εις το εσωτερικόν της πόλεως κατ’ αρχάς εις το μέσον, όπως αναφέρει η παράδοσις, εκεί όπου πρό της τελευταίας εκδιώξεως του πληθυσμού εξετείνετο η συνοικία των Ταξιαρχών, και από εκεί αργότερα ακτινοειδώς προς τα άκρα. Ερεθισμένοι από την ήτταν και από τάς ζημίας των εισήρχοντο εις τάς οικίας και διέπρατταν ό,τι εβανελότερα μπορούσαν να επινοήσουν από αυτούς, έπειτα έθεταν εις διάφορα μέρη εδώ και εκεί το πύρ. Ο σκοπός τους ήτο προφανής. Από το ένα μέρος να προκαλέσουν με τάς πυρκαϊάς εκείνας σύγχυσιν εις τους αμυνομένους κατοίκους και να καταστρέψουν την μισητήν πόλιν, από το άλλο να φυσήξουν με τούς πυρσούς εκείνους τρομούς εις τούς ναυτικούς μας, οι οποίοι θα εξηναγκάζοντο να στρέψουν την προσοχήν των και εις τούς κινδύνους, εννοείται, των πυρκαϊών πολίτας. Εις το καταστρεπτικόν τούτο έργον των, δεν έλειπαν και αί συγκρούσεις με τούς Κυδωνιείς.
Δεν ήτο μόνον η μεγαλώνυμος Ακαδημία η οποία 20 περίπου έτη λειτούργησασα με τούς ενθουσιώδεις διδασκάλους της και με τά κηρύγματά των είχε εξυψώσει το φρόνημα των μαθητών και κατοίκων: δεν ήτο μόνον η Φιλική Εταιρεία, η οποία εξαπλωθείσα εις την καθαρώτατα Ελληνικήν πόλιν εις αρκετά μεγάλον αριθμόν Εταίρων κατέκτησε συγχρόνως και την λαϊκήν ψυχήν. Οι ίδιοι οι κάτοικοι ως προελθόντες εξ επιλογής μεταναστών κατά διαφόρους καιρούς από διαφόρους Ελληνικάς χώρας αποτελούσαν εκλεκτόν μερίδιον του Ελληνισμού και ήσαν έτοιμοι εις το σύνθημα των ευφυών και γενναίων αρχηγών των να παραδοθούν διά την εθνικήν αποκατάστασιν.
Με τοιούτους λοιπόν κατοίκους ήσαν αναπόφευκτοι αι αιματηραί συγκρούσεις, οσάκις οι Τούρκοι εισήρχοντο εις οικίας όπου υπήρχον ένοπλοι πολίται έτοιμαζόμενοι δι’ αναχώρησιν, ή οσάκις συναντώντο εις τούς δρόμους με τινάς κατευθυνομένους προς την παραλίαν διά να αναχωρήσουν.
Οπωσδήποτε διά τούς φονευθέντας Κυδωνιείς, η παράδοσις αναφέρει ότι ήσαν περισσότεροι εις τά προς βορράν της πόλεως (υψηλάς συνοικίας). Και μεταξύ πάλιν αυτών σχετικώς περισσότεροι εις την εκκλησίαν του Αγίου Δημητρίου καθώς φαίνεται οἱ καταδιώκοντες διάβαιναν από τον περίβολόν της, διά να κατέλθουν εις την παραλίαν ή καί είχαν καταφύγει μέσα εις την Εκκλησίαν ως εις άσυλον ασθενή πλάσματα. Τόσοι ήσαν οἱ φονευθέντες εκεί κατά την παράδοσιν, ώστε το αίμα ρέον από τον κατηφορικόν περίβολον της Εκκλησίας έφθασε εις τον μεγάλον δρόμον προς δυσμάς πού διέρχεται έμπροσθεν του περιβόλου της.
Βέβαια κατέπλεον όλονέν πλοιάρια προς παραλαβήν των, καί όσα ακόμη εντόπια ήσαν διαθέσιμα καί όσα απέστελλαν τά Ελληνικά πολεμικά. Αλλ’ επειδή η πόλις δεν είχε προκυμαίαν ουδέ αρκετούς σταθμούς επιβιβάσεως δεν ήτο εύκολον εις αυτά να προσεγγίσουν εις την ακτήν παντού, όπου ήτο συσσωρευμένον το πλήθος.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΚΥΔΩΝΙΑΤΙΚΟΣ ΑΣΤΗΡ 1967
(Συνεχίζεται…)
Αρχείο Συνδέσμου Μικρασιατών Κωνσταντινουπολιτών Χαλανδρίου Ρίζες.
Ακολουθήστε το newplanet09.gr στο Google News και στο instagram για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια