Ο λαός υποφέρει, από την ακρίβεια και την φτώχεια.. «Tουλάχιστον 70% πιο ακριβό φέτος το πετρέλαιο θέρμανσης λένε οι πρατηριούχοι καυσίμων...81% αύξηση από το 2019 στο ψωμί , οι φούρνοι κλείνουν
«Το πετρέλαιο θέρμανσης θα είναι τουλάχιστον 70% πιο ακριβό» σε σχέση με πέρυσι προειδοποίησε ο πρόεδρος των Πρατηριούχων Καυσίμων Αττικής Νίκος Παπαγεωργίου μιλώντας στο ΕΡΤnews Radio 105,8.
Ο Νίκος Παπαγεωργίου κάλεσε την κυβέρνηση σε «παρέμβαση δυναμική» προκειμένου να αποτρέψει την εξέλιξη αυτή, τη στιγμή που το μπρεντ έφτασε ξανά στα 100 δολάρια το βαρέλι μετά τις νέες εντάσεις στη Μέση Ανατολή.
Μάλιστα, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Πρατηριούχων Εμπόρων Καυσίμων Αττικής σχολίασε ότι «θα φτάσουν στιγμές που θα χαιρόμαστε που είναι 2 ευρώ η βενζίνη». Ο Νίκος Παπαγεωργίου παρατήρησε ότι η ελληνική κοινωνία δέχεται ισχυρότερη πίεση από το ράλι των τιμών στα καύσιμα λόγω των χαμηλών μισθών.
«Ένας λόγος που συμβαίνουν όλα αυτά είναι το φυσικό αέριο»
«Ένας λόγος που συμβαίνουν όλα αυτά στα ενεργειακά προϊόντα είναι το φυσικό αέριο. Διότι είναι άμεσα διασυνδεδεμένο με τις πολιτικές για καθαρότερο περιβάλλον και οδήγησαν στο να απομονώσουμε όλες τις άλλες μορφές παραγωγής ενέργειας, οι οποίες ήταν ρυπογόνες για το περιβάλλον και να εξαρτόμαστε αποκλειστικά από το φυσικό αέριο, το οποίο είναι η ναυαρχίδα των αρνητικών εξελίξεων στις τιμές σε όλα τα προϊόντα, στο πετρέλαιο, στην ενέργεια, στο ρεύμα και στο ξύλο» πρόσθεσε.
ΑΚΡΙΒΥΝΕ ΚΑΙ ΤΟ ΨΩΜΙ
Υπάρχουν οικονομικοί δείκτες που περιγράφουν τη δυστοπική καθημερινότητα των μικρομεσαίων: παραδοσιακός φούρνος και φρεσκοζυμωμένο ψωμί. Μια αγαπημένη συνήθεια των ελληνικών νοικοκυριών έχει σαλπίσει «ισπανική υποχώρηση». Αιτία; Οι ασκούμενες από τον Κυριάκο Μητσοτάκη πολιτικές που επιταχύνουν τη συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας και αφήνουν τις μικρές επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν άνισους όρους ανταγωνισμού. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα όλων οι φούρνοι. Το τρίπτυχο μικρός φούρνος – συγκέντρωση αγοράς – ακριβότερο ψωμί που έχει καθιερωθεί στον συγκεκριμένο κλάδο περιγράφει επακριβώς τα αδιέξοδα.
Ας ξεκινήσουμε από την ακρίβεια. Από τα 87 λεπτά το μισό κιλό το 2019 στις σημερινές τιμές. Ενέργεια, πρώτες ύλες, εργατικό κόστος και συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης συνθέτουν ένα μοντέλο οικονομίας στο οποίο ο μικρός πιέζεται, ο μεγάλος κερδίζει χώρο και ο καταναλωτής πληρώνει ακριβότερα.
Το 2019, όταν ανέλαβε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, έρευνα της RASS για λογαριασμό της Ομοσπονδίας Αρτοποιών Ελλάδος και της ΓΣΕΒΕΕ κατέγραφε την τιμή του ψωμιού στα 0,87 ευρώ τα 500 γραμμάρια. Στην ίδια έρευνα το 80% των καταναλωτών δήλωνε ότι αγόραζε συχνότερα ψωμί από τον φούρνο της γειτονιάς έναντι μόλις 15% από σουπερμάρκετ. Επτά χρόνια αργότερα με διακυβέρνηση Μητσοτάκη η εικόνα είναι δραματικά διαφορετική. Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, που δημοσιεύτηκαν τον Μάρτιο του 2026, το απλό λευκό ψωμί από αλεύρι τύπου 70% είχε φτάσει περίπου στα 3,15 ευρώ το κιλό, ενώ το χωριάτικο στα 3,40 ευρώ. Σε αναγωγή τα 3,15 ευρώ το κιλό αντιστοιχούν σε περίπου 1,58 ευρώ τα 500 γραμμάρια. Σε σχέση με τα 0,87 ευρώ του 2019, η αριθμητική διαφορά είναι περίπου 81%.
Στραγγαλίζονται οι φούρνοι
Σύμφωνα με στοιχεία του ΓΕΜΗ που επικαλείται η Ομοσπονδία Αρτοποιών Ελλάδος, μέσα σε μία πενταετία έκλεισαν περίπου 800 παραγωγικά αρτοποιεία. Η ίδια η ομοσπονδία υπολογίζει όμως ότι περίπου ένα στα τρία λουκέτα συνδέεται με συνταξιοδότηση. Το κρίσιμο όμως είναι ότι, σε αντίθεση με το παρελθόν, πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις δεν βρίσκουν διάδοχο ή αγοραστή, ακριβώς επειδή η οικονομική εξίσωση του μικρού παραγωγικού φούρνου έχει επιδεινωθεί.
Την ίδια περίοδο, σύμφωνα με την ομοσπονδία, δημιουργήθηκαν περίπου 600 νέα σημεία στα οποία ψήνεται κατεψυγμένη ζύμη. Οι δύο αριθμοί προφανώς και δεν είναι απολύτως συγκρίσιμοι και τα 600 σημεία δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην σουπερμάρκετ. Καταγράφουν όμως μια σαφή διαρθρωτική μετατόπιση: μειώνονται οι επιχειρήσεις που παράγουν ψωμί από την αρχή και αυξάνονται τα σημεία bake-off, όπου ολοκληρώνεται το ψήσιμο προϊόντων ζύμης που έχουν παραχθεί κεντρικά. Είναι ακριβώς το πεδίο στο οποίο η μεγάλη επιχείρηση διαθέτει πλεονέκτημα κλίμακας απέναντι στον οικογενειακό φούρνο. Ο μικρός αρτοποιός αγοράζει ακριβότερη ενέργεια, πληρώνει αυξημένο εργατικό κόστος και αντιμετωπίζει τις διακυμάνσεις των πρώτων υλών χωρίς την αγοραστική δύναμη και τις οικονομίες κλίμακας μιας μεγάλης βιομηχανίας ή μιας αλυσίδας λιανεμπορίου.
Στις πρώτες ύλες το σοκ υπήρξε ακόμη εντονότερο. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, η τιμή του αλεσμένου σιταριού ανέβηκε από περίπου 230 ευρώ τον τόνο τον Αύγουστο του 2021 στα 400 ευρώ τον Ιούνιο του 2022. Στην ενέργεια η Ομοσπονδία Αρτοποιών αναφέρει ότι ένα αρτοποιείο πλήρωνε περίπου 9 λεπτά ανά κιλοβατώρα το 2019, 35 λεπτά στο αποκορύφωμα του 2022, ενώ το 2026 ένα σταθερό επαγγελματικό τιμολόγιο κινούνταν περίπου στα 13 λεπτά.
Ο μικρός φούρνος αντιμετωπίζει ωστόσο και μια δεύτερη πίεση: τον πελάτη που δεν αντέχει άλλες αυξήσεις. Την ασφυξία του μικρού φούρνου συμπληρώνει η ασφυξία του ίδιου του πελάτη. Στην έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2025, που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2026, καταγράφεται ότι το 62,1% των νοικοκυριών δηλώνει ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για ολόκληρο τον μήνα. Στο σύνολο των νοικοκυριών το μηνιαίο εισόδημα φτάνει μεσοσταθμικά μόλις για 23 ημέρες.
Είναι ο άλλος κόφτης για τον φούρνο της γειτονιάς: από τη μία ακριβότερη παραγωγή και από την άλλη ένας πελάτης που έχει χάσει την οικονομική δυνατότητα να απορροφήσει νέες ανατιμήσεις. Ετσι δημιουργείται μια ασφυκτική μέγγενη: ο φούρνος δεν μπορεί να απορροφήσει άλλο το κόστος, αλλά ούτε να το μετακυλίσει απεριόριστα στον καταναλωτή.
Η μεγάλη αποτυχία
Κάπου εδώ αποκαλύπτεται η μεγάλη αποτυχία της οικονομικής πολιτικής της τελευταίας επταετίας. Κανείς δεν μπορεί σοβαρά να χρεώσει στην κυβέρνηση Μητσοτάκη τον πόλεμο στην Ουκρανία ή τη διεθνή ενεργειακή κρίση. Η κυβέρνηση όμως κρίνεται για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε αυτές τις κρίσεις. Το αποτέλεσμα στην αρτοποιία είναι συγκεκριμένο καθώς εκατοντάδες παραγωγικοί φούρνοι έχουν κλείσει, το bake-off επεκτείνεται και η οργανωμένη αγορά του τυποποιημένου ψωμιού ενισχύεται.
Πλέον η Συντεχνία Αρτοποιών Αθηνών προειδοποιεί για νέες αυξήσεις μετά το καλοκαίρι, επικαλούμενη ενεργειακό, φορολογικό και λειτουργικό κόστος. Αυτό είναι το τελικό παράδοξο της κυβερνητικής «ανάπτυξης»: ο μικρός παραγωγός υποχωρεί, ο μεγάλος καταλαμβάνει τον χώρο και ο καταναλωτής πληρώνει ακριβότερα το ίδιο προϊόν. Ο φούρνος της γειτονιάς μετατρέπεται έτσι σε μικρογραφία της ελληνικής οικονομίας όπου καταγράφεται η ανάπτυξη στους μακροοικονομικούς δείκτες, αλλά σημειώνονται μεγαλύτερη πίεση για τη μικρή επιχείρηση και βαρύτερος λογαριασμός στο ταμείο για το νοικοκυριό.
Ακολουθήστε το newplanet09.gr στο Google News και στο instagram για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια